16.11.09

Ξύπνα, φτάσαμε

Σάββατο πρωί. Στο κέντρο της πόλης, φοιτητές φραπεδιστές έχουν βγει στον ήλιο, και οι μαθητές κάνουν διάλειμμα έξω από τα φροντιστήρια, σαν σαλιγκάρια μετά τη βροχή.
Κάποιοι απ’ αυτούς πετάγονται μέχρι τα πολυώροφα βιβλιοπωλεία, ξέρεις αυτά τα fast food του Bιβλίου, όπου βρίσκεις τα πάντα, αρκεί τα συγκεκριμένα «πάντα» να έχουν κυκλοφορήσει από μεγάλο εκδοτικό οίκο και να έχουν καλή διανομή.
Κάποιοι άλλοι, με ανόθευτο κλεψαπίλ από τους τηλεοπτικούς stars που στοιχειώνουν τις μικροαστικές τηλεοράσεις στα χειμωνιάτικα σαλόνια, κόβουν βόλτες για να μοστράρουν. Είναι η ώρα για τους δεις και να σε δουν.
«Από πού θα πάω στο κατάστημα κόμιξ Ταδόπουλου» ρωτάω. Ένα κορίτσι με piercing από τον αστράγαλο ως το φρύδι, απλώνει χέρι με μαύρα νύχια προς το μέρος μου - πολύ δρακουλιάρα, αλλά γλυκιά και προσφέρεται να βοηθήσει. Αλλάζοντας γνώμη, τελικά αφήνει το καφέ και την παρέα της, και κατεβαίνουμε μαζί τον δρόμο με τα βιβλιοπωλεία. Ευχαριστώ, της λέω, κατάλαβα που είναι. Γύρνα στους φίλους σου. «Θα ‘ρθω κι εγώ αν δεν σε πειράζει».


«Πως σε λένε;», ρωτάει.
-Μιχάλη, εσένα;
«Πανεπιστήμιο, επαγγελματική κόλαση, στεγαστικά δάνεια, γάμος, μωρά, θάνατος».
-Παρντόν; λέω.
«Αυτό είναι το μέλλον, Μιχάλη; Εσύ που είσαι πιο μεγάλος, θα πρέπει να ξέρεις. Είσαι παντρεμένος;»
-Λυπάμαι, δεν είμαι, απαντάω.
«Δάνειο;»
-Ούτε.
«Δουλεύεις όμως, έτσι;»
-Έτσι.
«Με τι ασχολείσαι;»
-Γράφω.
(γελάει) «Σόρι που γελάω. Τι γράφεις; Τα απομνημονεύματά σου; Βιβλία; Κατάλογο για τα ψώνια;»
-Πλάκα έκανα, της πετάω κι εγώ (που να της εξηγώ τώρα). Δουλεύω από δω κι από κει.
«Δεν έχει σημασία αν τα φέρνεις βόλτα δύσκολα», μου λέει, «αρκεί να ασχολείσαι με κάτι που σου αρέσει πραγματικά».

[ΟΚ, μας τά ’παν κι άλλοι.] Το βουλώνω.

Πάντως, μη νομίζεις ότι αυτό που σου αρέσει είναι δουλειά, σκέφτομαι.

«Αυτό που σου λέω, το ξέρω κι ας μην έχω δουλέψει ποτέ», λέει το ατομάκι. «Αν η δουλειά ήταν καλό πράγμα, δεν θα σε πληρώνανε για να την κάνεις».

[Και το πολυφορεμένο lifestyle; Όλη αυτή η μανία να χτυπάς προσοχές στην επικρατούσα κουλτούρα όπου το στυλάκι σου μετριέται από την εμφάνιση, η σημαντικότητά σου από το πόσες ψήφους αποχώρησης έχεις στα reality, τα σινιέ εστιατόρια, το πόσο sexy είσαι;]

«Έχουμε βαρεθεί αυτά που πάνε να μας πουλήσουν», συνεχίζει ακάθεκτη. «Έχουμε χορτάσει τόσο από εικόνες του sex, που δεν μας κάνει αίσθηση πια. Άσε που η ομορφιά ελάχιστη σχέση έχει με το πόσο ελκυστικός ή ερωτεύσιμος είναι ο άλλος».
-Και πως περνάς δηλαδή; τη ρωτάω. Τι κάνετε με τους φίλους σου; Ξενύχτι, clubbing, sex; Διασκεδάζεις, φλερτάρεις, κάνεις έκλυτο βίο;
«Κάναμε clubbing, αλλά βαρεθήκαμε…» συνοφρυώνεται, «τώρα το χουμε γυρίσει στα επιτραπέζια». (σειρά μου να γελάσω)
-Θα χάσεις τον γκόμενό σου αν συνεχίσεις έτσι, της λέω, χαμογελώντας.


Εκείνη πάλι, δε χαμογελάει καθόλου: «Όλα αυτά που υποτίθεται πως μας χαρακτηρίζουν είναι μια μπούρδα», λέει θυμωμένη. «Μόδες, μουσικές και τάσεις, έχουν προαποφασιστεί από τις διαφημιστικές, από τους σκυλοπαραγωγούς της ελληνικής πραγματικότητας, από τους λελέδες μόδιστρους και κομμωτές που το μόνο που θέλουν είναι να μη χάσουν την πελατεία τους. Γιατί θα ‘πρεπε να μας νοιάζουν; Μέχρι και οι DJs στα clubs έχουν διπλάσια ηλικία από μένα. Τι ξέρουν αυτοί για την πάρτη μου;»
Της λέω ότι είναι φυσιολογικό οι νέοι να απορρίπτουν τους παραδοσιακούς δείκτες επιτυχίας.
«Που είναι η έκπληξη;», μου λέει. «Ελπίζω μόνο όταν λες νέοι, να μην εννοείς τη Βουλή των εφήβων. Αυτοί δεν πρόλαβαν να γίνουν νέοι».

-Ναι, αλλά ο κόσμος μας έχει προβλήματα, λέω. Υπάρχουν και άνθρωποι που πεινάνε…
«Άστο αυτό το παραμύθι», με διακόπτει. «Είναι παλιό. Πιο παλιό κι απ’ τις λάσπες». ...Για λίγη στοργή ή για σεξ βρε αδερφέ, προσθέτω. Δεν με άφησες να τελειώσω.
«Και τι είσαι που “δεν σε άφησα να τελειώσεις;” Πολιτικός ή δημοσιογράφος;»
-Το βρήκες, της λέω. Το δεύτερο.
«Τελειώνουμε εδώ ούτως ή άλλως», μου γελάει. «Εδώ είναι το μαγαζί που ψάχνεις κι εγώ θα πρέπει να γυρίσω στο φροντιστήριο… Άκου δημοσιογράφος! Ξύπνα! Φτάσαμε».

2 comments:

h said...

Εχεις κάτι με τα γκοθ άτομα αν δεν κανω λάθος. Ετσι;

Michael Sc said...

Ναι έχω κάτι. Μπορεί να είναι λίγο πένθιμα ως άτομα, αλλά τα συμπαθώ και με συμπαθούν κι αυτά.