22.1.10

Ρατσισμός α λα Ιαπωνικά

Υπάρχουν μαύροι που απεχθάνονται τους λευκούς. Λευκοί που απεχθάνονται τους μαύρους, τους ερυθρόδερμους ή τους κίτρινους. Που ακούστηκε κίτρινοι να απεχθάνονται κίτρινους; Στην Ιαπωνία.


Οι κάτοικοι της Ιαπωνίας, σε συντριπτικό ποσοστό -σχεδόν 99,3%- είναι ιαπωνικής εθνικότητας. Από το ποσοστό που απομένει, η πλειοψηφία του 0,7% των ξένων που ζουν ή εργάζονται εκεί είναι Κορεάτες και Κινέζοι, πολλοί απ’ τους οποίους κάτοικοι δεύτερης, τρίτης, τέταρτης ή πέμπτης γενιάς στην Ιαπωνία.
Ωστόσο, παρόλο που οι περισσότεροι Ιάπωνες συναντούν αλλοδαπούς στη χώρα τους (κυρίως Καυκάσιους και ανθρώπους άλλων μη ασιατικών εθνικών ομάδων), οι Ιάπωνες που ζουν σε αγροτικές περιοχές δεν έχουν σχεδόν καμία ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με ξένους.

Για τον σημερινό Ιάπωνα, το ζήτημα του ρατσισμού υπάρχει μόνο στα ΜΜΕ – μοιάζει να έχει πολύ μικρή σχέση με την καθημερινή του ζωή. Επιπλέον, τα ΜΜΕ όπως και στη χώρα μας, επικεντρώνονται στους παράνομους μετανάστες και στις εγκληματικές ενέργειες που ορισμένοι από αυτούς τους αλλοδαπούς προκαλούν στις μητροπολιτικές περιοχές, ανάβοντας τα αίματα στο λεγόμενο «κοινό αίσθημα».
Η πατροπαράδοτη ευγένεια των Ιαπώνων ωστόσο, δεν τους επιτρέπει να κάνουν διακρίσεις στους ανθρώπους ανάλογα με την τοποθεσία γέννησης, τον προσωπικό πλούτο και την κοινωνική ανατροφή, παρά σπανίως. Τα όποια προβλήματα ενσκύπτουν, έχουν να κάνουν με πατροπαράδοτες διαφορές και ανοιχτούς λογαριασμούς, όπως έχουν ενάντια στους Αϊνού (εθνική ομάδα από το Χοκάιντο στη βόρεια Ιαπωνία, τα νησιά Κουρίλ, και του νότιου τρίτου της χερσονήσου Καμτσάκα), τους Κορεάτες και τους Μπουρακουμίν (μία από τις κυριότερες μειονότητες της Ιαπωνίας).


Ζητήματα ταυτότητας
Στα ιαπωνικά, η λέξη γκατζίν ( μτφ. «ο άνθρωπος από τον έξω κόσμο») ή γκαϊκοκουτζίν («ο άνθρωπος που έρχεται έξω από τη χώρα) χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον αλλοδαπό. Η λέξη γκατζίν θεωρείται από ορισμένους Ιάπωνες και μη Ιάπωνες αρνητική και σήμερα ισχύει κατά κύριο λόγο για τους Καυκάσιους. Στις μέρες μας, χρησιμοποιείται συνήθως μόνο η κατάληξή της –τζιν (μτφ. άνθρωπος) κι αυτό για να υποδηλώσει με π.χ. ότι ο «Αμέρικα-τζιν» είναι ο άνθρωπος από την Αμερική, ο Αμερικανός.
Κάτι που είναι ελάχιστα γνωστό, αλλά επιβεβαιώνεται επανειλημμένα από τις δημοσκοπήσεις είναι ότι οι Ιάπωνες θεωρούν τον εαυτό τους κατ’ αρχάς πολίτη ενός τοπικού δήμου, κατόπιν πολίτη του κόσμου, μετά Ιάπωνα και τέλος, Ασιάτη, με αυτή ακριβώς τη σειρά (δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς λοιπόν που στις μετρήσεις του ΟΗΕ, είναι ο λαός με τη μικρότερη επιθυμία να πολεμήσει για τη χώρα του).
Κι όσο κι αν αυτή η κοινωνική συμπεριφορά θυμίζει κατά κάποιο τρόπο τη συμπεριφορά των Βρετανών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θεωρούν τον εαυτό τους όχι απολύτως Ευρωπαίο, το γεγονός ότι οι περισσότεροι Ιάπωνες θεωρούν τον εαυτό τους περισσότερο «πολίτη του κόσμου» παρά Ασιάτη, έχει να κάνει με τη δυσάρεστη εμπειρία τους με τους υπέρ-εθνικιστές του παρελθόντος, που έκαναν την ιαπωνική ταυτότητα και τον πατριωτισμό ένα δυσάρεστο ζήτημα για πολλούς Ιάπωνες.
Όσο για το γεγονός ότι ο προσδιορισμός «Ασιάτης» έρχεται τελευταίος στην προτίμησή τους, μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι ο όρος Ασιάτης ως προσδιορισμός πολιτιστικής ταυτότητας θεωρείται γενικά δίχως νόημα για έναν Ιάπωνα, δεδομένου του ότι σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται και οι Ινδοί, οι Ιορδανοί, οι Μαλαισιανοί κ.ο.κ.
Η ιαπωνική λέξη, που είναι πολύ πιο κοντά στον δυτικό όρο «Ασιάτης», είναι τογιοτζίν (μτφ. Ανατολίτης), μια λέξη που πολύ εύσχημα αποκλείει τους Φιλιππινέζους. Στο Τόκιο εξάλλου, υπάρχουν καταστήματα των οποίων οι πινακίδες απαγορεύουν σε «Φιλιπινέζους ή ανθρώπους από άλλες χώρες» να εισέλθουν σε αυτά χωρίς να συνοδεύονται από έναν Ιάπωνα.



Ρατσισμός και ΜΜΕ
Τα ιαπωνικά ΜΜΕ συχνά περιγράφουν τους ξένους ως ταραχοποιούς ή τόσο βαθιά περιχαρακωμένους στην πολιτιστική τους καταγωγή, που θεωρούν τον ιαπωνικό πολιτισμό και τους Ιάπωνες «παράξενους βαρβάρους». (τί σύμπτωση, ε;) Επιπλέον, η ιαπωνική τηλεόραση συχνά αναφέρει ότι οι αγνώστου ταυτότητας και ακατανόητοι εγκληματίες είναι ξένοι ή από μία συγκεκριμένη χώρα (Κίνα ή Κορέα), με μόνο επιχείρημα τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων – μια κατάσταση που θυμίζει πολύ ορισμένα κανάλια και της ελληνικής τηλεόρασης.
Παρ΄όλα αυτά, στην Ιαπωνία υπάρχει αύξηση εγκλημάτων που διαπράττονται από ξένους, ειδικά Κινέζους και Νοτιοκορεάτες – όσο μπορεί να θεωρηθεί αύξηση της εγκληματικότητας η δράση μιας μειονότητας εγκληματιών μέσα στο πενιχρό ποσοστό του 0,7%.
Ωστόσο, ένα ψυχροπολεμικό κλίμα φυλετικής προκατάληψης διέπει τις σχέσεις των Ιαπώνων με τους γείτονές τους: το γεγονός ότι χιλιάδες Κινέζοι και Κορεάτες συλλαμβάνονται κάθε χρόνο στην Ιαπωνία, σπανίως αναφέρεται στην Κίνα και την Κορέα. Και είναι πραγματικά άξιο απορίας, τη στιγμή που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, τα Ιαπωνικά ΜΜΕ δεν είχαν ποτέ αναφερθεί σε ξένους για διάπραξη εγκλημάτων εκτός από αυτά των Αμερικανών στρατιωτών στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και το Βιετνάμ.

Ως αποτέλεσμα, τα τελευταία χρόνια, οι Ιάπωνες δύσκολα δέχονται μη Ιάπωνες ως εργάτες εκτός και αν μπορεί να αποδειχθεί ότι το άτομο που χρειάζονται έχει ικανότητες που δεν μπορούν να βρεθούν σε κάποιο ντόπιο. Την ίδια στιγμή, όπως και στη χώρα μας, μεγάλο μέρος της νεώτερης γενιάς δεν ενδιαφέρεται για τις σκληρές χειρονακτικές εργασίες, που στα ιαπωνικά περιγράφονται με το ακρωνύμιο «3K», (kitsui, kitanai και kiken) και σημαίνει κουραστικό, βρώμικο και επικίνδυνο. Αυτό το εργασιακό κενό παρέχει μεγάλα οικονομικά κίνητρα για να μπαίνουν παράνομοι μετανάστες στην Ιαπωνία προκειμένου να βρουν εργασία.
Από οικονομικής άποψης πάλι, όπως σε πολλές άλλες ανεπτυγμένες χώρες, υπάρχει διεγνωσμένη «αναγκαιότητα» για φθηνή εργασία από επιχειρήσεις και σε περιπτώσεις όπου αυτοί οι παράνομοι μετανάστες συλλαμβάνονται και διώκονται, τα ΜΜΕ συνηθίζουν να αναφέρονται υπερβολικά στο θέμα.


Αύξηση εγκληματικότητας
Ο αριθμός των αλλοδαπών εγκληματιών που καταδικάστηκαν στην Ιαπωνία ήταν 12.467 άτομα το 1993 αλλά αυξήθηκε σε 16.212 το 2002 και η τελευταία διαθέσιμη μέτρηση έδειξε ότι σήμερα είναι πολύ πάνω από 20.000 καταδικασθέντες το χρόνο. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, ο αριθμός των εγκλημάτων που διεπράχθησαν από αλλοδαπούς εγκληματίες αυξήθηκε από 19.671 το ’93, σε 34.746 το 2003 και σε 40.000 σήμερα.
Έτσι, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο ρατσισμός δικαιολογείται από αυτά τα στατιστικά στοιχεία (παρόλο που ο αριθμός των αλλοδαπών στην Ιαπωνία έχει αυξηθεί, όπως επίσης και ο αριθμός των Ιαπώνων που διαπράττουν εγκλήματα).

Με τη δημόσια αντίληψη της δραματικής αύξησης των βίαιων εγκλημάτων που προκαλούνται από παράνομους μετανάστες, υπήρξε ένα νέο κύμα εκκλήσεων για χρήση σκληρότερων μέτρων ενάντια στους παραβάτες, όπως την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους, όπου τα εγκλήματά τους τιμωρούνται αυστηρότερα από ότι με τους ιαπωνικούς νόμους.
Ορισμένοι δικηγόροι για τα δικαιώματα των αλλοδαπών υποστηρίζουν ότι αυτές οι προσπάθειες απλώς τραβούν την προσοχή από βαθύτερα προβλήματα, δεδομένου του ότι οι αλλοδαποί υπολογίζεται ότι είναι υπεύθυνοι μόνο για το 2% των εγκλημάτων. Επιπλέον, τέτοια μέτρα θα έκαναν πολύ δυσκολότερο να παραμείνουν αλλοδαποί όχι μόνο σε παράνομες, αλλά και σε νόμιμες εργασίες: η Ιαπωνία δεν έχει νόμους που να αναφέρονται στα εγκλήματα διακρίσεων και μίσους!

Ο Κυβερνήτης του Τόκιο Ισιχάρα Σιντάρο απέκτησε άσχημη φήμη ανάμεσα στην κοινότητα των αλλοδαπών, όταν, σε ένα λόγο του για τις Ιαπωνικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας, αναφέρθηκε στους Κινέζους και τους Κορεάτες ως ενδεχόμενο κίνδυνο ασφαλείας («αλλοδαποί που λεηλατούν») σε περίπτωση μεγάλου σεισμού στο Τόκιο. Για την σκληρή του πολιτική και τα εμπρηστικά του σχόλια, αντιμετωπίστηκε από τη διεθνή κοινότητα ως απόδειξη της έλλειψής ανεκτικότητας προς τους αλλοδαπούς στην τοπική κυβέρνηση.


Βεντέτες αιώνων
Πρόσφατα υπήρξε μία σειρά εγκλημάτων ενάντια σε νοτιοκορεάτικες περιουσίες στην Ιαπωνία σε αντίδραση για τις βίαιες απαγωγές Ιαπώνων πολιτών από Νοτιοκορεάτες πράκτορες. Τα περιστατικά περιλάμβαναν πυροβολισμούς σε άδεια κτίρια και τοποθέτηση ψεύτικων βομβών.
Το 2003, μία ομάδα ακροδεξιών Ιαπώνων συνελήφθη λόγω υποψίας για ανάμιξή τους σε τετοιες τις πράξεις. Ωστόσο, αυτή η ομάδα αποκαλύφθηκε αργότερα ότι είχε σχέσεις με έναν εκπρόσωπο της Δημοκρατικής Παράταξης της Ιαπωνίας που υποστήριζε ηπιότερη προσέγγιση και ο ηγέτης της ομάδας είχε ενεργό ρόλο στην προσπάθεια για την εύρεση θυμάτων απαγωγής από Κορεάτες. Παρόλο που μερικοί πιστεύουν ότι αυτό ήταν μόνο ένα κομμάτι μίας ευρύτερης συνομωσίας, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώσει αυτή τη θεωρία.
Πολλοί Κορεάτες μπήκαν στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής αποικιακής κατοχής της χερσονήσου της Κορέας και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Υποχρεώθηκαν να δουλεύουν σε ορυχεία και σε άλλες δουλειές αλλά δεν επέστρεψαν ποτέ στην Κορέα μετά τον πόλεμο.
Παρόλο που εκδίδονταν εισιτήρια επιστροφής με έξοδα του κράτους μέχρι περίπου το 1958, λόγω του ξεσπάσματος του Πολέμου της Κορέας και της μετέπειτα σύγχυσης που ακολούθησε, ορισμένοι απλώς επέλεξαν να μείνουν και να περιμένουν την αναπότρεπτη ενοποίηση.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους κατάγονται από τη σημερινή Βόρεια Κορέα: ορισμένοι υποστηρίζουν ανοιχτά την τωρινή κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας και έχουν σχηματίσει μία ομάδα που αποκαλείται συνήθως «Σόρεν». Αυτό τους έχει κάνει στόχο για εγκλήματα μίσους και οι επιχειρήσεις τους έχουν υποστεί ζημιές αφού οι περισσότεροι Ιάπωνες επιλέγουν να ψωνίζουν από άλλα.
Υπάρχει επίσης μία ομάδα που υποστηρίζει τη Νότια Κορέα, που έχει την τάση να βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους «Βορειοκορεάτες» στην Ιαπωνία, αλλά διατηρεί καλύτερες σχέσεις με τους Ιάπωνες απ’ ότι με τους «Βορειοκορεάτες» αντιπάλους τους.

Και οι δύο ομάδες Κορεατών υποστηρίζουν ότι είναι στόχος διακρίσεων από τους Ιάπωνες και συχνά υιοθετούν ιαπωνικά ονόματα ως ψευδώνυμα στην καθημερινή ζωή τους. Τα τελευταία δυο χρόνια, μάλιστα, οι Βορειοκορεάτες στην Ιαπωνία χρησιμοποιούν το διφορούμενο και γενικό όρο «Κορεάτης» για να αποστασιοποιηθούν από το ζήτημα των βίαιων απαγωγών (μια και στα ιαπωνικά, οι όροι για τον Βορειοκορεάτη «κιτατσόσεν» και το Νότιοκορεάτη «κανκόκου» διαφέρουν).
Η Οκινάβα ήταν αρχικά ήμιανεξάρτητο βασίλειο μέχρι την προσάρτηση της στην Ιαπωνία. Η τοπική διάλεκτος «Οκινάβα-μπεν» με δυσκολία αναγνωρίζεται ως ιαπωνικά. Γλωσσικά, τα Οκινάβα-μπεν είναι μία ακατάληπτη διαφορετική γλώσσα, τόσο διαφορετική από τα κλασικά ιαπωνικά όσο είναι τα αγγλικά από τα γερμανικά. Λόγω της σχετικά νέας τους κατάστασης ως Ιάπωνες, οι κάτοικοι της Οκινάβα αντιμετωπίζουν επίσης διακρίσεις. Πολλοί από αυτούς πιστεύουν ότι υποχρεώθηκαν χωρίς λόγο να πολεμήσουν στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα νησιά τους τελούσαν υπό αμερικανική κατοχή μετά τον πόλεμο αλλά επιστράφηκαν στην Ιαπωνία το 1972.
Οι Πρωθυπουργοί και υψηλοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένως επισκεφθεί το Μαυσωλείο Γιασουκούνι, ένα τόπο ταφής των νεκρών πολέμου της Ιαπωνίας, που περιλαμβάνει πολλούς διαβόητους εγκληματίες πολέμου όπως τον Χιντέκι Τότζο. Αυτές οι επισκέψεις θεωρήθηκαν δυσάρεστες και προκλητικές από πολλούς Ασιάτες, ειδικά ανάμεσα στους Κινέζους, τους Κορεάτες, τους Φιλιππινέζους, τους Ινδονήσιους και ορισμένους συνειδητοποιημένους Ιάπωνες, που ανησυχούν ότι οι επισκέψεις μπορεί να μαρτυρούν αύξηση του ιαπωνικού εθνικισμού και να παραβιάζουν το διαχωρισμό θρησκείας και κράτους.




Η εθνική απομόνωση της Ιαπωνίας
Από το 1603 ως 1867 όταν η Ιαπωνία διάνυε την περίοδο Έντο, τα σύνορά της ήταν κλειστά για το μεγαλύτερο κομμάτι του έξω κόσμου σε μία προσπάθεια να αποτραπεί η εξωτερική επιρροή, ιδιαίτερα η θρησκευτική. Πριν το κλείσιμο, υπήρξαν πολλές στρατιωτικές βάσεις διασκορπισμένες στην Νοτιοανατολική Ασία που αποκαλούνταν «Νιχοντζίν-μάτσι» (Ιαπωνικές Πόλεις).
Η μόνη χώρα με την οποία η Ιαπωνία επέτρεψε το εμπόριο ήταν η Ολλανδία και, σε μικρότερο βαθμό, η Κίνα. Η Ιαπωνία δεν έληξε οικειοθελώς το Σακόκου (το κλείσιμο της χώρας), εξαναγκάστηκε να ανοίξει τα σύνορά της εξαιτίας των ΗΠΑ και της ήττας των Κινέζων από του Βρετανούς, που έκανε ξεκάθαρο ότι υπήρξε μία δραματική πρόοδος του βαριού στρατιωτικού εξοπλισμού.

Συχνά πιστεύεται ότι οι σογκούν και οι πολιτικοί ηγέτες που κυβερνούσαν την Ιαπωνία κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου δεν γνώριζαν την επέκταση των Δυτικών δυνάμεων, αλλά στην πραγματικότητα λάμβαναν ετήσιες και περιοδικές αναφορές από Ολλανδούς εκπροσώπους στο Ναγκασάκι και συσκέπτονταν μαζί τους σχετικά με την πραγματοποίηση συνθηκών με ξένες χώρες.
Σήμερα, τα διεθνή ταξίδια είναι μέσα στις δυνατότητες των περισσότερων Ιαπώνων και κάθε χρόνο την τελευταία δεκαετία, περισσότεροι από 16 εκατομμύρια Ιάπωνες ταξιδεύουν με τις φωτογραφικές τους μηχανές και τις φορητές τους κάμερες σε ξένες χώρες. Δημοφιλείς προορισμοί είναι οι ΗΠΑ (ειδικά ή Χαβάη και το Γκουάμ), η Νότια Κορέα, η Κίνα (συμπεριλαμβανομένου του Χονγκ Κονγκ), η Ταϊβάν και πολλά Ευρωπαϊκά κράτη.





Ανοιχτοί λογαριασμοί

Γιατί οι γείτονες τους μισούν τους Ιάπωνες;

Κίνα
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, η δυσαρέσκεια τους για τη Συνθήκης των Βερσαλλιών, οδήγησε τους Κινέζους σε μπουκοτάζ των ιαπωνικών προϊόντων στην Κίνα.
Το κυριώτερο αντι_ιαπωνικό αίσθημα των κΙνέζων όμως, χρονολογείται από τον Σινο-Ιαπωνικό πόλεμο (1937-1945), στο θέατρο του Β’ Παγκοσμίου, που κόστισε στην Κίνα 20.75 εκατ. θύματα, εκ των οποίων μόνο τα 3.22 εκατ. ήταν στρατιώτες.
Η οικονομική ζημιά της Κίνας έφτασε τα $383.3 εκατ. Δολάρια ενώ υπολογίζονται και γύρω στα 95 εκατ. πρόσφυγες.

Η Μαντσουρία περιήλθε στην Ιαπωνική κατοχή το 1931 ενώ και πολλές άλλες πόλεις όπως το Νάντζινγκ, η Σαγκάη και το Μπέιντζινγκ καταλήφθησαν το 1937 από τους Ιάπωνες που διέπραξαν θηριωδίες, με πιο γνωστή τη σφαγή στο Νάντζιγκ.
Στη Ματσουρία, η διαβόητη Ομάδα 731 του ιαπωνικού στρατού, διενεργούσε βιολογικά πειράματα σε Κινέζους πολίτες, ενώ γυναίκες από την Κίνα και την Κορέα αναγκάστηκαν με τη βία να επανδρώσουν οίκους ανοχής στις περιοχές που κατείχε ο ιαπωνικός στρατός.
Σήμερα, είναι σχεδόν κοινή πεποίθηση στην Κίνα ότι οι Ιάπωνες δεν έδειξαν ποτέ εμπράκτως τη μεταμέλειά τους με πολεμικές αποζημιώσεις.
Δεν είναι να εκπλήσσεται λοιπόν κανείς που στο Asian Cup οι Κινέζοι φίλαθλοι γιουχαϊζoυν τον εθνικό ύμνο των Ιαπώνων όχι μόνο στα μεταξύ τους παιχνίδια, αλλά και όταν αυτοί έπαιζαν εναντίον του Μπαχρέιν ή της ΤαΪλάνδης.


Κορέα
Το αντι-ιαπωνικό αίσθημα στην Κορέα, ανατράφηκε ανάμεσα στο 1915 και το 1945, στη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής στα κορεατικά εδάφη (αν και πολλοί ισχυρίζονται ότι χρονολογείται από την εποχή των Ιαπώνων πειρατών και της ιαπωνικής εισβολής του 1592).
Σήμερα, οι Κορεάτες θεωρούν πως ο μόνος τρόπος συμφιλίωσης με τους Ιάπωνες είναι αυτοί να αναγνωρίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον της χώρας τους, μια προδοτική όπως ισχυρίζονται συμπεριφορά, η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι η μητέρα του Αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Καμού, ήταν απόγονος του Βασιλιά Μαριόνγκ της Κορέας.





-Το άρθρο γράφτηκε (βιαστικά) για το περιοδικό Homme

3 comments:

Nikos Ts. said...

Πολύ καλό άρθρο και έρευνα, αλλά που ακριβώς χώρεσε στο homme και το δημοσίευσαν;

Anonymous said...

Ε δε νομίζω να χώρεσε!


Νικολέτα

h said...

Σε συνέχειες ίσως...