14.11.11

Κωνσταντίνος Τζούμας: Άφραγκος αλλά ευτυχισμένος

[Απόσπασμα μιας πρωινής συζήτησης - "εκτός αέρα" , με αφορμή ένα θέμα του περιοδικού STATUS]

(...)
Για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, το χρήμα με απέφευγε συστηματικά. Δεν έκανα κι εγώ τίποτα γι’ αυτό, κι έτσι πορευόμουν στην ερημία της Ύπαρξης, με χάρη. Με στροβιλισμούς, πιρουέτες και στην κόψη του ξυραφιού. Με αδιέξοδα υπαρξιακά, σταυροδρόμια με διλήμματα στις μητροπόλεις που μου άρεσε να συχνάζω – γιατί από τη μία υπήρχε η αφραγκία, αλλά από την άλλη υπήρχε και το γούστο για πλούσια και ελεύθερη ζωή, από πλευράς εμπειριών.

Έφτασα στο Μανχάταν, μετά από μια περιοδεία με το γκρουπ της Ζουζού Νικολούδη (σ.σ.: 1917-2004, διακεκριμένη διεθνώς χορεύτρια και χορογράφος της μεταπολεμικής εποχής), η οποία μου είχε φερθεί πλουσιοπάροχα. Ήμουν όμως, εντελώς broke. Ήταν 1971. Χειμώνας. Στην τσέπη μου είχα μόλις 3σιμισι δολάρια. Είπα: «Τέλεια! Τώρα είναι ευκαιρία να δούμε αν θα τα καταφέρω». Χωρίς τη βοήθεια: της κοινωνίας που δεν την ήξερα καθόλου –ήταν ένα πραγματικό πολιτισμικό σοκ για μένα- , των φίλων ή της οικογένειας. Για να δούμε είπα, τώρα θα επιβιώσεις; Ήμουν 27 χρονών και με όλη τη σημασία της λέξης «φτερό στον άνεμο». Πέρασα λοιπόν, καταπληκτικά, αυτοσχεδιάζοντας. Από μια τύχη δε, με εκλάμβαναν είτε για κάποιον άλλον είτε νόμιζαν ότι είμαι ένας τύπος που για κάποιον λόγο έπρεπε να του ανοίξουν την πόρτα - ξέρεις, στα μαγαζιά που έχουν face control και τέτοια… Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, μου έλεγαν «περάστε».
Η σύντροφός μου, η Ιζαμπέλ, με την οποία ζήσαμε μαζί τριάμισι χρόνια τότε, κάναμε έναν γάμο και τα λοιπά, μου έλεγε ότι αυτό οφείλεται αφενός στην αιχμηρότητα της εμφάνισής μου –ψηλός, λεπτός, μελαχρινός, με «γωνίες» πάρα πολλές– και αφετέρου στο γεγονός ότι δεν είμαι καθόλου ανταγωνιστικός. «Αυτό», μου έλεγε «μάλλον κάνει τους ανθρώπους και σε προσκαλούν». Το καλοκαίρι του 1973 όταν ήρθαμε μαζί στην Ελλάδα, έπαθε πλάκα από τις προσκλήσεις που είχαμε για πάρτι στην Ύδρα, τη Μύκονο, για δεξιώσεις σε σκάφη… «Μα τους ξέρεις όλους αυτούς;» έλεγε. «Πώς μπαίνουμε σε τέτοια στέκια πολυτελείας;» Μάλλον οφειλόταν σε αυτό που εντόπισε η ίδια: στο ότι δεν είχα καμία ανταγωνιστικότητα. Στο ότι πάντα πίστευα πως είμαστε εδώ για να περάσουμε καλά. Και δεν ήμουν μόνο εγώ τότε που ζούσα έτσι, μια ολόκληρη γενιά, μια ολόκληρη «φυλή» ζούσε σε κομψή αλητεία – σε μεγάλο βαθμό χάρη στη γενναιοδωρία και τη καλοσύνη των συνανθρώπων μας. Στη Νέα Υόρκη, τον πρώτο καιρό που δεν είχα που να μείνω, γνώριζα για παράδειγμα μια τύπισσα σε ένα μπαρ και το βράδυ έμενα σπίτι της. Στα ‘60s και τα ‘70s επιβιώναμε επειδή υπήρχαν γενναιόδωρες γυναίκες και φιλόξενα αγόρια. Και στην Ελλάδα.

(δεξιά, Κωνσταντίνος και Ιζαμπέλ)

Στην περιπλάνησή μου στη ΝΥ, αυτό που με γέμιζε και με ολοκλήρωνε ήταν η ίδια η δίψα μου για ζωή. Μπορεί να μην είχα μια, αλλά ήθελα να ζήσω εκεί, όχι στην Ελλάδα της Χούντας. Δεν μου άρεσε ποτέ το χοντροκομμένο και γκροτέσκο παιχνίδι αυτών των ανθρώπων που διαχειρίζονταν την εξουσία με ελεεινούς τρόπους. Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση μαζί τους. Εγώ ήθελα να περάσω όλη μου τη ζωή με Τέχνη – μουσική λογοτεχνία, θέατρο, χορό. Προκειμένου να επιβιώσω στη ΝΥ και για να βγάζω ένα χαρτζηλίκι, για ένα διάστημα, πόζαρα ως γυμνό μοντέλο σε Art Schools για ζωγράφους, γλύπτες και φωτογράφους. Δεν θα άφηνα κανέναν να μου χαλάσει αυτό που είχα στο μυαλό μου για το πώς επιθυμώ να ζήσω, δεν το διαπραγματευόμουν. Δεν το συζητούσα. Εγώ θα ζούσα έτσι, ο κόσμος να χαλάσει. Είχαμε κάνει ιδεολόγημα μέχρι και την κλοπή, το να κλέψουμε από ένα ακριβό μαγαζί, ήταν και καλά ρωγμή στο σύστημα. Έπαιζε κι αυτό ρόλο – έπρεπε να κάνει κανείς ακραία πράγματα για να επιβιώσει, αλλά με την κλασική μαγκιά που προερχόταν από την Πειραιώτικη ζωή μου -γιατί εκεί μεγάλωσα: Μάγκας είναι αυτός που κάνει «το δικό του», χωρίς να ενοχλεί τον διπλανό του.

4 comments:

laviebohemie said...

Καλά, ο Τζούμας είναι μεγάλος hipsterομπαμπάς, έτσι;

Σ'όποια εποχή και να τον έβαζες, ίδιος θα 'τανε.

Ωραίο το αποσπασμα.

Καλημέρες

Michael_Sc said...

Thanx Γιάννη. Όλο αυτό που διαβάζεις, ειπώθηκε σχεδόν απνευστί, με΄σα σε 6 και κάτι λεπτά συζήτησης, "εκτός αέρα" την ώρα της εκπομπής του. Έβαζε ένα κομμάτι η Kafka - μιλάγαμε / έκανε "on" o κωνσταντίνος, μετά ξανά κομμάτι, ξαναμιλάγαμε ... Έτσι. Ούτε ο ναπολέων δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από τον τζουμ ντε λα τζουμ.

mindstripper said...

Μα πόσο πολύ τον αγαπώ όμως.

Michael_Sc said...

Mind, U got mail