Η προφητική (δικός μου ο χαρακτηρισμός) συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου του STATUS. Αν και με το Σταύρο συνομιλήσαμε στα τέλη Αυγούστου, ανατρέχοντας σήμερα στο αρχείο μου διαπιστώνω πόσο δραματικά επίκαιρη είναι η συνέντευξή του, κάτω και από το βάρος των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων...
Τι λένε οι δικές σου πληροφορίες. Να ετοιμαζόμαστε για εκλογές;
Ναι, καλό θα ήταν να παίρνετε μαζί σας το εκλογικό βιβλιάριο όταν φεύγετε το πρωί από το σπίτι. (Γέλια)
Αν γίνουν εκλογές, θα είναι καλό για τη χώρα;
Οι πολιτικοί δεν σκέφτονται έτσι. Τις εκλογές τις κάνουν όταν νομίζουν ότι θα τις κερδίσουν. Ή όταν φοβούνται να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Αυτό που έκανε και ο Καραμανλής, δηλαδή. Και τώρα στα κυβερνητικά γραφεία επικρατεί πανικός. Και ο πανικός είναι κακός σύμβουλος. Δυο αυγά αν πέσουν παραπάνω, όλες οι αποφάσεις είναι πιθανές.
Ποια άλλη απόφαση, εκτός από τις εκλογές, είναι πιθανή;
Μια κυβέρνηση «γερόντων» με τη στήριξη των δύο μεγάλων κομμάτων.
Είναι καλύτερο αυτό το σενάριο;
Χειρότερο είναι. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μεσοβέζικες λύσεις που αντιγράφουν το παρελθόν. Οικουμενικές κ.λπ. Χρειαζόμαστε συγκρούσεις και γενναίες αποφάσεις. Η καλύτερη λύση θα ήταν μια κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης με πολιτικούς από όλα τα κόμματα –και από την Αριστερά– και με δυο-τρεις αποφασισμένες προσωπικότητες. Τους καλύτερους όμως, όχι τα τσικό. Να πουν «θα μετακινήσουμε αυτούς τους δέκα βράχους, σε δέκα μήνες» και μετά εκλογές.
Έκτακτης ανάγκης; Πολύ δραματικό δεν ακούγεται;
Μα, όταν ο ένας λέει «Τιτανικός», ο άλλος λέει «γκρεμός», ο τρίτος «βουλιάζουμε», δεν είμαστε σε έκτακτη ανάγκη; Αφήστε που όλοι νομίζουμε ότι την τελευταία στιγμή θα γίνει ένα θαύμα και θα σωθούμε. Εγώ όμως δεν πιστεύω στα θαύματα ούτε στις εικόνες που δακρύζουν ούτε στους δανειστές που χαρίζουν δάνεια.
Δεν είσαι πιστός;
Όχι. Αν και πιστεύω σε αρκετές χριστιανικές αρχές.
Πες μου μία.
Μην κάνεις ποτέ αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν. Νομίζω ότι είναι ο υπέρτατος κανόνας. Αν όλοι τον εφαρμόζαμε, θα ζούσαμε σε μια άλλη Ελλάδα. Σε έναν άλλο κόσμο μάλλον. Βέβαια δεν το λένε μόνο οι Χριστιανοί και το Κοράνι, τα ίδια λέει και οι Βουδιστές... Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσαμε στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος να το βάζαμε προμετωπίδα.
Πώς τα καταφέρνεις όμως; Δεν είσαι πιστός, αλλά σου έχουν δώσει συνέντευξη και ο Χριστόδουλος και ο Ιερώνυμος – και έχουν δώσει ελάχιστες συνεντεύξεις. Είσαι αλτέρνατιβ, αλλά έχεις πάρει μέρος στα ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών…
Κοίτα, εγώ δεν μπερδεύω τα επαγγελματικά με τα ερωτικά… (Γέλια). Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να είναι Ορθόδοξος. Δεν μπορεί να είναι ετερόφυλος ή ομοφυλόφιλος. Δεν μπορεί να είναι Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός. Ο δημοσιογράφος θα πρέπει να είναι ουδέτερος. Μόνο κάποιες πανανθρώπινες αρχές, τίποτε άλλο.
Κάποτε ο Γιαννόπουλος σε είχε χαρακτηρίσει κωλόπαιδο...
Ναι, επειδή είχα πάει να πάρω συνέντευξη από τον Σημίτη στο Μαξίμου χωρίς γραβάτα.
Πώς προέκυψε αυτός ο αρνητισμός για τη γραβάτα;
Ήμουν νεαρός πολιτικός ρεπόρτερ και με είχαν καλέσει στη γιορτή της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο. 1990… 1992…, εκεί. Την εφημερίδα, δηλαδή, είχαν καλέσει και η διευθύντρια, η Δασκαλάκη, έστειλε εμένα. Πάω να μπω, λοιπόν, στο Προεδρικό και μου λένε «πού πάτε χωρίς γραβάτα;». Μα, από την εφημερίδα έρχομαι, τους λέω, δεν έχω μαζί μου γραβάτα. «Α, τότε θα σας δώσουμε εμείς μια γραβάτα». Είχαν καβάτζα γραβάτες. Πώς έχουν στα μοναστήρια φούστες και τσεμπέρια για τις τουρίστριες; Έτσι ακριβώς. Ε, έκανα φασαρία και τελικά βέβαια μπήκα χωρίς γραβάτα. Και είπα αν κάποιοι κρίνουν τους ανθρώπους από τη γραβάτα, εγώ την καταργώ!
Ο νέος υπουργός Τύπου είπε ότι καταργεί τα μυστικά κονδύλια, αλλά δεν μας είπαν ποιοι τα έπαιρναν όλα αυτά τα χρόνια. Εσάς σας είχαν προσεγγίσει ποτέ για να σας δώσουν χρήματα κάτω από το τραπέζι;
Η διαφθορά θέλει τουλάχιστον δύο κι εγώ δεν ήμουν διαθέσιμος. Όλες οι κυβερνήσεις πάντως έδιναν. Το 2006 έδωσαν 630 χιλιάδες! Είναι το ρεκόρ μας. Βέβαια, αν ρωτήσεις τους γαλάζιους και τους πράσινους υπουργούς, θα σου πουν ότι τα έδιναν μόνο για εθνικούς σκοπούς. Σε ξένους δημοσιογράφους ή σε δημοσιογράφους ακριτικών περιοχών… Οι περισσότερες κλοπές σε αυτή τη χώρα στο όνομα του Έθνους γίνονται. Και τις μίζες στους πολιτικούς τις έδιναν για να επιλέξουν τα καλύτερα ελικόπτερα και τα καλύτερα υποβρύχια.
Πιστεύεις ότι έχουμε χειρότερους πολιτικούς από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Από μερικές χώρες, ναι, έχουμε. Στην Πορτογαλία, που έχουν μια κρίση μικρότερη από τη δική μας, οι πολιτικοί έδειξαν μεγάλη σοβαρότητα. Συνεννοήθηκαν και ήδη κάνουν άλματα. Εδώ τρώγονται, λες και ο Σαχινίδης και ο Σταϊκούρας έχουν ο καθένας τη δική του μυστική συνταγή για την έξοδο από την κρίση. Μη διαρρεύσει κιόλας και χάσουν το Νόμπελ Οικονομίας.
Αν έπρεπε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα μιας χώρας, στο πώς διαχειρίστηκε το χρέος της, ποια θα ήταν η χώρα αυτή; Η Αργεντινή, η Ισπανία, η Ιρλανδία;…
Όπως είπα, η Πορτογαλία. Μια μεγάλη πολιτική συμφωνία και ακολούθως μια μεγάλη κοινωνική προσπάθεια. Αλλά η Πορτογαλία, θα μου πεις, έχει και έναν Κριστιάνο Ρονάλντο… Τώρα που το σκέφτομαι, μου αρέσει η Πορτογαλία. Θυμάσαι που έχασε δυο φορές μέσα στα γήπεδα της από την Ελλάδα στο Πανευρωπαϊκό και δεν πετάχτηκε ούτε ένα μπουκάλι στο γήπεδο; Μας χειροκρότησαν κιόλας.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ελλήνων πολιτικών;
Ότι είναι παιδιά της Βοστόνης ή του κομματικού σωλήνα. Δεν έχω τίποτα με τις ακριβές σπουδές ούτε με τα κόμματα, αλλά στην ελληνική πολιτική σκηνή υπερεκπροσωπούνται αυτοί που έμαθαν τη ζωή εκ διηγήσεως ή στα κομματικά γραφεία. Αν τους αφήσεις στην Ομόνοια, θα ζητήσουν χάρτη για να βρουν το Σύνταγμα.
Η ανικανότητα δηλαδή είναι το πρόβλημα και όχι η λάθος «γραμμή»;
Στην Ελλάδα, η ανικανότητα μαζί με τη διαφθορά. Α, και η τεμπελιά. Είμαστε κάτι ανάμεσα σε Αφρική και Σοβιετική Ένωση. Ένα παντοδύναμο κράτος που διορίζει, έχει επιχειρήσεις –μέχρι και κρατικές σεζλόνγκ βρήκα στις παραλίες– και όλα αυτά μέσα από ρουσφέτια και σκάνδαλα. Ε, αυτό δεν αλλάζει εύκολα. Αλλάζει μόνο με επανάσταση.
Μια Αριστερή επανάσταση;
Μια επανάσταση του καλού εναντίον του κακού. Δεν αστειεύομαι. Το κακό είναι τόσο εμφανές στην Ελλάδα, που δεν έχουμε ανάγκη από Αριστερές ή Δεξιές λύσεις. Αυτά ας τα βρούμε μετά, στη δεύτερη φάση της επανάστασης.
Αυθαίρετο έχεις; Ή νιώθεις κι εσύ ηλίθιος, τώρα που τα αυθαίρετα νομιμοποιούνται με ψίχουλα και οι χθεσινοί καταπατητές γίνονται «κύριοι»;
Δεν έχω αυθαίρετο γιατί δεν θέλω, και δεν έχω εξοχικό γιατί δεν έχω τόσα πολλά λεφτά. Τον Αύγουστο, όταν έβλεπα καμιά βιλάρα πάνω στο κύμα, ρωτούσα «τίνος είναι το παλάτι;». «Α, ενός γιατρού που καλοπαντρεύτηκε». «Α, ενός εφοριακού που κληρονόμησε το θείο του». «Α, του γραμματέα του υπουργού, που κέρδισε το ΛΟΤΤΟ»… Τυχεροί άνθρωποι και όχι τυχερά επαγγέλματα. (Γέλια) Η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, πάντως, έδωσε ώθηση σε νέες αυθαιρεσίες. Ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές είδα φέτος περιφράξεις. Κόβουν ένα κομμάτι, βάζουν ελιές ή φέρνουν δυο μάρτυρες ότι εδώ ήταν τα βοσκοτόπια του παππού και σε πέντε-δέκα χρόνια θα έχουν οικοπεδάρα στη θάλασσα.
Είσαι Ευρωπαϊστής; Πιστεύεις ότι η Ε.Ε. έχει μέλλον; Κι αν ναι, ποιο;
Αλίμονό μας αν η Ευρώπη δεν έχει μέλλον. Τα προβλήματα έχουν ξεφύγει, έχουν γίνει παγκόσμια, «όλος ο κόσμος ένα γήπεδο», τι να σου κάνει λοιπόν μόνη της η Ελλάδα; Η οικονομική κρίση, οι κλιματικές αλλαγές, τα ενεργειακά, τα διατροφικά, πώς θα αντιμετωπισθούν από 196 διαφορετικά κράτη; Βέβαια, το ότι τα προβλήματα είναι παγκόσμια δεν σημαίνει ότι κάθε κράτος δεν πρέπει να προσπαθεί…
Να προσπαθεί τι; Να βρει λεφτά;
Να αξιοποιεί τα λεφτά. Να μην τα ρίχνει στις μαύρες τρύπες. Να δημιουργεί. Πρόσφατα διέρρευσε μια δραματική έκκληση του Γκορμπατσόφ προς τον Χέλμουτ Κολ: «Χρειάζομαι δύο δισεκατομμύρια δολάρια. Το ένα προκαταβολή και το υπόλοιπο τον άλλο μήνα. Είναι μεγάλη ανάγκη. (…) Δεν μπορείς να βρεις κάποιον τρόπο να πάρω δάνειο με ευνοϊκούς όρους;». Σεπτέμβριος του 1991. Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς. Τα προβλήματα λοιπόν με τις χώρες του… υπαρκτού σοσιαλισμού είναι πάντα ίδια. (Γέλια) Και εδώ κάποιος πρέπει να δώσει τα λεφτά. Το δικό μας καθήκον είναι να μην αφήσουμε για άλλη μια φορά τους πολιτικούς να τα σπαταλήσουν. Να τα δώσουν σε ημετέρους και κολαούζους.
Η κυβέρνηση μετά την εκπομπή σου για τον Έβρο, όπου έδειξες εκατοντάδες μετανάστες να περνάνε ελεύθερα από τα 12 χιλιόμετρα της Νέας Βύσσας, ανακοίνωσε ότι θα βάλει συρματοπλέγματα σε αυτά τα 12 χιλιόμετρα. Αισθάνεσαι δικαιωμένος;
Τη σκέψη για το τείχος νομίζω ότι την είχαν από παλιά στο μυαλό τους. Το έκανε και η Ισπανία στο Γιβραλτάρ. Όταν πήγα στον Έβρο, έμπαιναν κάθε μέρα 400 νέοι μετανάστες. Το φαντάζεστε; Ποια κοινωνία μπορεί να εντάξει κάθε μέρα 400 νέους μετανάστες; Εκτός αν τους θέλουμε μια εβδομάδα στα συσσίτια της εκκλησίας και μετά στα χωράφια να δουλεύουν για 8 ευρώ την ημέρα. Το πρόβλημα της μετανάστευσης όμως δεν είναι αστυνομικό. Υπάρχει ανασφάλιστη εργασία. Εκμετάλλευση. Υπάρχουν παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, πηγαίνουν στο σχολείο και δεν τους δίνουμε χαρτιά. Χρειαζόμαστε ένα μείγμα δικαιοσύνης, ανθρωπισμού, αλλά και ελέγχου των συνόρων.
Ποια ήταν η πρώτη μεγάλη δημοσιογραφική σου δουλειά;
Η ραδιοφωνική εκπομπή «Αφηγήσεις χωρίς τίτλο». 1984-1985 στο 4ο Πρόγραμμα, επί Πάνου Κορόβηλα. Πώς είναι οι «Πρωταγωνιστές» σήμερα; Ε, φαντάσου το αυτό σε ραδιοφωνική εκπομπή. Πάντα είχα μια εμμονή με τις ιστορίες των ανθρώπων.
Τα τελευταία χρόνια έχεις κάνει εκπομπές με πόρνες, ναρκομανείς, τραβεστί, φυλακισμένους… Κάποιοι θα έλεγαν ότι έχεις και μια εμμονή με τους «περιθωριακούς».
Μα, αυτούς πρέπει να γνωρίσει η κοινωνία μας. Πόσες άλλες αντιπαραθέσεις κοινοβουλευτικών εκπροσώπων να αντέξεις; Και στο κανάλι της Βουλής να δουλεύεις, τους βαριέσαι. Εκεί, στις παρυφές της κοινωνίας, φαίνεται ο πολιτισμός μας. (Παύση) Δεν τους ηρωοποιώ, τους σέβομαι όμως. Αυτό ίσως παραξένεψε κάποιους. Ότι μιλούσα στους ανήλικους φυλακισμένους όπως θα μιλούσα και σε κάποιους απόφοιτους πανεπιστημίων. Αλλά αυτό είναι δημοσιογραφία. Να σέβεσαι την αλήθεια του άλλου.
Πώς μπήκες όμως στις φυλακές; Πώς σας έδωσαν άδειες, δηλαδή;
Μπήκαμε σε τρεις φυλακές. Αγροτικές, γυναικείες, ανηλίκων. Για κάθε μια από αυτές τις εκπομπές προσπαθούσαμε ένα χρόνο. Δώσαμε εγγυήσεις ότι θα κινηθούμε διακριτικά, ότι δεν θα αποκαλύψουμε προσωπικές ιστορίες που προσβάλλουν «τρίτους», αλλά η μεγαλύτερη εγγύηση ήταν, πιστεύω, η ίδια η εκπομπή. Ότι δεν κάνουμε γιουρούσια για εντυπωσιασμό. Ότι «το πονάμε» το θέμα. «Το βασανίζουμε».
Κάποιοι, πάντως, σε κριτικάρουν. Λένε ότι δεν παίρνεις θέση στα θέματά σου, όπως άλλοι συνάδελφοί σου...
Οι δημοσιογράφοι που όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν είναι μέρος της κρίσης. Για μένα, σου το είπα, ο δημοσιογράφος δεν έχει ταυτότητα, δεν σηκώνει το δάχτυλο, δεν νουθετεί. Και, κυρίως, αφήνει τον άλλο να μιλήσει. Δεν είναι ξερόλας. Τις γνώσεις του τις κρύβει, δεν τις διαφημίζει.
Έχεις γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους σε αυτούς τους χώρους;
Συνεχώς. Οι ίδιοι άνθρωποι είμαστε και στα «σαλόνια» και στους «δρόμους». Αυτή είναι η θεωρία μου. Ένα στραβοπάτημα μας χωρίζει. Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου κάποιος περιμένει εφτά χρόνια για να πάρει ένα φάρμακο, τη μεθαδόνη. Είπα, θα πάμε να βρούμε τα πρεζάκια, στις ουρές του ΟΚΑΝΑ, στα γκέτο της Τοσίτσα και της Ιάσωνος. Το τολμήσαμε και τα καταφέραμε. Τι θα ήταν καλύτερο; Να κάνω εκπομπή με τον υπουργό Υγείας και τον προηγούμενο υπουργό Υγείας, με γαρνιτούρα έναν αστυνομικό και έναν κοινωνιολόγο;
Τι λένε οι δικές σου πληροφορίες. Να ετοιμαζόμαστε για εκλογές;
Ναι, καλό θα ήταν να παίρνετε μαζί σας το εκλογικό βιβλιάριο όταν φεύγετε το πρωί από το σπίτι. (Γέλια)
Αν γίνουν εκλογές, θα είναι καλό για τη χώρα;
Οι πολιτικοί δεν σκέφτονται έτσι. Τις εκλογές τις κάνουν όταν νομίζουν ότι θα τις κερδίσουν. Ή όταν φοβούνται να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Αυτό που έκανε και ο Καραμανλής, δηλαδή. Και τώρα στα κυβερνητικά γραφεία επικρατεί πανικός. Και ο πανικός είναι κακός σύμβουλος. Δυο αυγά αν πέσουν παραπάνω, όλες οι αποφάσεις είναι πιθανές.
Ποια άλλη απόφαση, εκτός από τις εκλογές, είναι πιθανή;
Μια κυβέρνηση «γερόντων» με τη στήριξη των δύο μεγάλων κομμάτων.
Είναι καλύτερο αυτό το σενάριο;
Χειρότερο είναι. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μεσοβέζικες λύσεις που αντιγράφουν το παρελθόν. Οικουμενικές κ.λπ. Χρειαζόμαστε συγκρούσεις και γενναίες αποφάσεις. Η καλύτερη λύση θα ήταν μια κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης με πολιτικούς από όλα τα κόμματα –και από την Αριστερά– και με δυο-τρεις αποφασισμένες προσωπικότητες. Τους καλύτερους όμως, όχι τα τσικό. Να πουν «θα μετακινήσουμε αυτούς τους δέκα βράχους, σε δέκα μήνες» και μετά εκλογές.
Έκτακτης ανάγκης; Πολύ δραματικό δεν ακούγεται;
Μα, όταν ο ένας λέει «Τιτανικός», ο άλλος λέει «γκρεμός», ο τρίτος «βουλιάζουμε», δεν είμαστε σε έκτακτη ανάγκη; Αφήστε που όλοι νομίζουμε ότι την τελευταία στιγμή θα γίνει ένα θαύμα και θα σωθούμε. Εγώ όμως δεν πιστεύω στα θαύματα ούτε στις εικόνες που δακρύζουν ούτε στους δανειστές που χαρίζουν δάνεια.
Δεν είσαι πιστός;
Όχι. Αν και πιστεύω σε αρκετές χριστιανικές αρχές.
Πες μου μία.
Μην κάνεις ποτέ αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν. Νομίζω ότι είναι ο υπέρτατος κανόνας. Αν όλοι τον εφαρμόζαμε, θα ζούσαμε σε μια άλλη Ελλάδα. Σε έναν άλλο κόσμο μάλλον. Βέβαια δεν το λένε μόνο οι Χριστιανοί και το Κοράνι, τα ίδια λέει και οι Βουδιστές... Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσαμε στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος να το βάζαμε προμετωπίδα.
Πώς τα καταφέρνεις όμως; Δεν είσαι πιστός, αλλά σου έχουν δώσει συνέντευξη και ο Χριστόδουλος και ο Ιερώνυμος – και έχουν δώσει ελάχιστες συνεντεύξεις. Είσαι αλτέρνατιβ, αλλά έχεις πάρει μέρος στα ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών…
Κοίτα, εγώ δεν μπερδεύω τα επαγγελματικά με τα ερωτικά… (Γέλια). Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να είναι Ορθόδοξος. Δεν μπορεί να είναι ετερόφυλος ή ομοφυλόφιλος. Δεν μπορεί να είναι Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός. Ο δημοσιογράφος θα πρέπει να είναι ουδέτερος. Μόνο κάποιες πανανθρώπινες αρχές, τίποτε άλλο.
Κάποτε ο Γιαννόπουλος σε είχε χαρακτηρίσει κωλόπαιδο...
Ναι, επειδή είχα πάει να πάρω συνέντευξη από τον Σημίτη στο Μαξίμου χωρίς γραβάτα.
Πώς προέκυψε αυτός ο αρνητισμός για τη γραβάτα;
Ήμουν νεαρός πολιτικός ρεπόρτερ και με είχαν καλέσει στη γιορτή της Δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο. 1990… 1992…, εκεί. Την εφημερίδα, δηλαδή, είχαν καλέσει και η διευθύντρια, η Δασκαλάκη, έστειλε εμένα. Πάω να μπω, λοιπόν, στο Προεδρικό και μου λένε «πού πάτε χωρίς γραβάτα;». Μα, από την εφημερίδα έρχομαι, τους λέω, δεν έχω μαζί μου γραβάτα. «Α, τότε θα σας δώσουμε εμείς μια γραβάτα». Είχαν καβάτζα γραβάτες. Πώς έχουν στα μοναστήρια φούστες και τσεμπέρια για τις τουρίστριες; Έτσι ακριβώς. Ε, έκανα φασαρία και τελικά βέβαια μπήκα χωρίς γραβάτα. Και είπα αν κάποιοι κρίνουν τους ανθρώπους από τη γραβάτα, εγώ την καταργώ!
Ο νέος υπουργός Τύπου είπε ότι καταργεί τα μυστικά κονδύλια, αλλά δεν μας είπαν ποιοι τα έπαιρναν όλα αυτά τα χρόνια. Εσάς σας είχαν προσεγγίσει ποτέ για να σας δώσουν χρήματα κάτω από το τραπέζι;
Η διαφθορά θέλει τουλάχιστον δύο κι εγώ δεν ήμουν διαθέσιμος. Όλες οι κυβερνήσεις πάντως έδιναν. Το 2006 έδωσαν 630 χιλιάδες! Είναι το ρεκόρ μας. Βέβαια, αν ρωτήσεις τους γαλάζιους και τους πράσινους υπουργούς, θα σου πουν ότι τα έδιναν μόνο για εθνικούς σκοπούς. Σε ξένους δημοσιογράφους ή σε δημοσιογράφους ακριτικών περιοχών… Οι περισσότερες κλοπές σε αυτή τη χώρα στο όνομα του Έθνους γίνονται. Και τις μίζες στους πολιτικούς τις έδιναν για να επιλέξουν τα καλύτερα ελικόπτερα και τα καλύτερα υποβρύχια.
«ΑΛΙΜΟΝΟ ΑΝ Η ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ…»
Πιστεύεις ότι έχουμε χειρότερους πολιτικούς από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Από μερικές χώρες, ναι, έχουμε. Στην Πορτογαλία, που έχουν μια κρίση μικρότερη από τη δική μας, οι πολιτικοί έδειξαν μεγάλη σοβαρότητα. Συνεννοήθηκαν και ήδη κάνουν άλματα. Εδώ τρώγονται, λες και ο Σαχινίδης και ο Σταϊκούρας έχουν ο καθένας τη δική του μυστική συνταγή για την έξοδο από την κρίση. Μη διαρρεύσει κιόλας και χάσουν το Νόμπελ Οικονομίας.
Αν έπρεπε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα μιας χώρας, στο πώς διαχειρίστηκε το χρέος της, ποια θα ήταν η χώρα αυτή; Η Αργεντινή, η Ισπανία, η Ιρλανδία;…
Όπως είπα, η Πορτογαλία. Μια μεγάλη πολιτική συμφωνία και ακολούθως μια μεγάλη κοινωνική προσπάθεια. Αλλά η Πορτογαλία, θα μου πεις, έχει και έναν Κριστιάνο Ρονάλντο… Τώρα που το σκέφτομαι, μου αρέσει η Πορτογαλία. Θυμάσαι που έχασε δυο φορές μέσα στα γήπεδα της από την Ελλάδα στο Πανευρωπαϊκό και δεν πετάχτηκε ούτε ένα μπουκάλι στο γήπεδο; Μας χειροκρότησαν κιόλας.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ελλήνων πολιτικών;
Ότι είναι παιδιά της Βοστόνης ή του κομματικού σωλήνα. Δεν έχω τίποτα με τις ακριβές σπουδές ούτε με τα κόμματα, αλλά στην ελληνική πολιτική σκηνή υπερεκπροσωπούνται αυτοί που έμαθαν τη ζωή εκ διηγήσεως ή στα κομματικά γραφεία. Αν τους αφήσεις στην Ομόνοια, θα ζητήσουν χάρτη για να βρουν το Σύνταγμα.
Η ανικανότητα δηλαδή είναι το πρόβλημα και όχι η λάθος «γραμμή»;
Στην Ελλάδα, η ανικανότητα μαζί με τη διαφθορά. Α, και η τεμπελιά. Είμαστε κάτι ανάμεσα σε Αφρική και Σοβιετική Ένωση. Ένα παντοδύναμο κράτος που διορίζει, έχει επιχειρήσεις –μέχρι και κρατικές σεζλόνγκ βρήκα στις παραλίες– και όλα αυτά μέσα από ρουσφέτια και σκάνδαλα. Ε, αυτό δεν αλλάζει εύκολα. Αλλάζει μόνο με επανάσταση.
Μια Αριστερή επανάσταση;
Μια επανάσταση του καλού εναντίον του κακού. Δεν αστειεύομαι. Το κακό είναι τόσο εμφανές στην Ελλάδα, που δεν έχουμε ανάγκη από Αριστερές ή Δεξιές λύσεις. Αυτά ας τα βρούμε μετά, στη δεύτερη φάση της επανάστασης.
Αυθαίρετο έχεις; Ή νιώθεις κι εσύ ηλίθιος, τώρα που τα αυθαίρετα νομιμοποιούνται με ψίχουλα και οι χθεσινοί καταπατητές γίνονται «κύριοι»;
Δεν έχω αυθαίρετο γιατί δεν θέλω, και δεν έχω εξοχικό γιατί δεν έχω τόσα πολλά λεφτά. Τον Αύγουστο, όταν έβλεπα καμιά βιλάρα πάνω στο κύμα, ρωτούσα «τίνος είναι το παλάτι;». «Α, ενός γιατρού που καλοπαντρεύτηκε». «Α, ενός εφοριακού που κληρονόμησε το θείο του». «Α, του γραμματέα του υπουργού, που κέρδισε το ΛΟΤΤΟ»… Τυχεροί άνθρωποι και όχι τυχερά επαγγέλματα. (Γέλια) Η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, πάντως, έδωσε ώθηση σε νέες αυθαιρεσίες. Ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές είδα φέτος περιφράξεις. Κόβουν ένα κομμάτι, βάζουν ελιές ή φέρνουν δυο μάρτυρες ότι εδώ ήταν τα βοσκοτόπια του παππού και σε πέντε-δέκα χρόνια θα έχουν οικοπεδάρα στη θάλασσα.
Είσαι Ευρωπαϊστής; Πιστεύεις ότι η Ε.Ε. έχει μέλλον; Κι αν ναι, ποιο;
Αλίμονό μας αν η Ευρώπη δεν έχει μέλλον. Τα προβλήματα έχουν ξεφύγει, έχουν γίνει παγκόσμια, «όλος ο κόσμος ένα γήπεδο», τι να σου κάνει λοιπόν μόνη της η Ελλάδα; Η οικονομική κρίση, οι κλιματικές αλλαγές, τα ενεργειακά, τα διατροφικά, πώς θα αντιμετωπισθούν από 196 διαφορετικά κράτη; Βέβαια, το ότι τα προβλήματα είναι παγκόσμια δεν σημαίνει ότι κάθε κράτος δεν πρέπει να προσπαθεί…
Να προσπαθεί τι; Να βρει λεφτά;
Να αξιοποιεί τα λεφτά. Να μην τα ρίχνει στις μαύρες τρύπες. Να δημιουργεί. Πρόσφατα διέρρευσε μια δραματική έκκληση του Γκορμπατσόφ προς τον Χέλμουτ Κολ: «Χρειάζομαι δύο δισεκατομμύρια δολάρια. Το ένα προκαταβολή και το υπόλοιπο τον άλλο μήνα. Είναι μεγάλη ανάγκη. (…) Δεν μπορείς να βρεις κάποιον τρόπο να πάρω δάνειο με ευνοϊκούς όρους;». Σεπτέμβριος του 1991. Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς. Τα προβλήματα λοιπόν με τις χώρες του… υπαρκτού σοσιαλισμού είναι πάντα ίδια. (Γέλια) Και εδώ κάποιος πρέπει να δώσει τα λεφτά. Το δικό μας καθήκον είναι να μην αφήσουμε για άλλη μια φορά τους πολιτικούς να τα σπαταλήσουν. Να τα δώσουν σε ημετέρους και κολαούζους.
Η κυβέρνηση μετά την εκπομπή σου για τον Έβρο, όπου έδειξες εκατοντάδες μετανάστες να περνάνε ελεύθερα από τα 12 χιλιόμετρα της Νέας Βύσσας, ανακοίνωσε ότι θα βάλει συρματοπλέγματα σε αυτά τα 12 χιλιόμετρα. Αισθάνεσαι δικαιωμένος;
Τη σκέψη για το τείχος νομίζω ότι την είχαν από παλιά στο μυαλό τους. Το έκανε και η Ισπανία στο Γιβραλτάρ. Όταν πήγα στον Έβρο, έμπαιναν κάθε μέρα 400 νέοι μετανάστες. Το φαντάζεστε; Ποια κοινωνία μπορεί να εντάξει κάθε μέρα 400 νέους μετανάστες; Εκτός αν τους θέλουμε μια εβδομάδα στα συσσίτια της εκκλησίας και μετά στα χωράφια να δουλεύουν για 8 ευρώ την ημέρα. Το πρόβλημα της μετανάστευσης όμως δεν είναι αστυνομικό. Υπάρχει ανασφάλιστη εργασία. Εκμετάλλευση. Υπάρχουν παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, πηγαίνουν στο σχολείο και δεν τους δίνουμε χαρτιά. Χρειαζόμαστε ένα μείγμα δικαιοσύνης, ανθρωπισμού, αλλά και ελέγχου των συνόρων.
ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
Ποια ήταν η πρώτη μεγάλη δημοσιογραφική σου δουλειά;
Η ραδιοφωνική εκπομπή «Αφηγήσεις χωρίς τίτλο». 1984-1985 στο 4ο Πρόγραμμα, επί Πάνου Κορόβηλα. Πώς είναι οι «Πρωταγωνιστές» σήμερα; Ε, φαντάσου το αυτό σε ραδιοφωνική εκπομπή. Πάντα είχα μια εμμονή με τις ιστορίες των ανθρώπων.
Τα τελευταία χρόνια έχεις κάνει εκπομπές με πόρνες, ναρκομανείς, τραβεστί, φυλακισμένους… Κάποιοι θα έλεγαν ότι έχεις και μια εμμονή με τους «περιθωριακούς».
Μα, αυτούς πρέπει να γνωρίσει η κοινωνία μας. Πόσες άλλες αντιπαραθέσεις κοινοβουλευτικών εκπροσώπων να αντέξεις; Και στο κανάλι της Βουλής να δουλεύεις, τους βαριέσαι. Εκεί, στις παρυφές της κοινωνίας, φαίνεται ο πολιτισμός μας. (Παύση) Δεν τους ηρωοποιώ, τους σέβομαι όμως. Αυτό ίσως παραξένεψε κάποιους. Ότι μιλούσα στους ανήλικους φυλακισμένους όπως θα μιλούσα και σε κάποιους απόφοιτους πανεπιστημίων. Αλλά αυτό είναι δημοσιογραφία. Να σέβεσαι την αλήθεια του άλλου.
Πώς μπήκες όμως στις φυλακές; Πώς σας έδωσαν άδειες, δηλαδή;
Μπήκαμε σε τρεις φυλακές. Αγροτικές, γυναικείες, ανηλίκων. Για κάθε μια από αυτές τις εκπομπές προσπαθούσαμε ένα χρόνο. Δώσαμε εγγυήσεις ότι θα κινηθούμε διακριτικά, ότι δεν θα αποκαλύψουμε προσωπικές ιστορίες που προσβάλλουν «τρίτους», αλλά η μεγαλύτερη εγγύηση ήταν, πιστεύω, η ίδια η εκπομπή. Ότι δεν κάνουμε γιουρούσια για εντυπωσιασμό. Ότι «το πονάμε» το θέμα. «Το βασανίζουμε».
Κάποιοι, πάντως, σε κριτικάρουν. Λένε ότι δεν παίρνεις θέση στα θέματά σου, όπως άλλοι συνάδελφοί σου...
Οι δημοσιογράφοι που όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν είναι μέρος της κρίσης. Για μένα, σου το είπα, ο δημοσιογράφος δεν έχει ταυτότητα, δεν σηκώνει το δάχτυλο, δεν νουθετεί. Και, κυρίως, αφήνει τον άλλο να μιλήσει. Δεν είναι ξερόλας. Τις γνώσεις του τις κρύβει, δεν τις διαφημίζει.
Έχεις γνωρίσει σπουδαίους ανθρώπους σε αυτούς τους χώρους;
Συνεχώς. Οι ίδιοι άνθρωποι είμαστε και στα «σαλόνια» και στους «δρόμους». Αυτή είναι η θεωρία μου. Ένα στραβοπάτημα μας χωρίζει. Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης όπου κάποιος περιμένει εφτά χρόνια για να πάρει ένα φάρμακο, τη μεθαδόνη. Είπα, θα πάμε να βρούμε τα πρεζάκια, στις ουρές του ΟΚΑΝΑ, στα γκέτο της Τοσίτσα και της Ιάσωνος. Το τολμήσαμε και τα καταφέραμε. Τι θα ήταν καλύτερο; Να κάνω εκπομπή με τον υπουργό Υγείας και τον προηγούμενο υπουργό Υγείας, με γαρνιτούρα έναν αστυνομικό και έναν κοινωνιολόγο;
Πρόσφατα εξέδωσες το βιβλίο «Οι άνθρωποί μου» (εκδόσεις Ποταμός). Στον πρόλογό του, γράφεις: «Από το βιβλίο εξαίρεσα τους επαγγελματίες της επικοινωνίας, πολιτικούς που έχουν απαντήσεις-κονσέρβες, επώνυμους που έκαναν πρόβες στον καθρέφτη πριν μου μιλήσουν (…).».
Τι σε παραξενεύει; «Οι άνθρωποί μου» ήθελα να είναι αληθινοί ήρωες. Άνθρωποι, δηλαδή, που μπορούν να σε διδάξουν κάτι. Η Κούνεβα, που την κάψανε με βιτριόλι. Ο φίλος μου ο Φουντουλάκης, που πολεμούσε το στίγμα της λέπρας. Ο Σπίθας ο άστεγος. Ο Λούης, ο μάγκας του Περάματος που κοιμάται στα παγκάκια αγκαλιά με ποιητικές συλλογές. Ο αναρχικός και ο μπάτσος που συγκρούονται στα Εξάρχεια. Όλοι αυτοί που στην υπόλοιπη τηλεόραση είναι μόνο τίτλοι.
Έχεις δείγματα ότι ο κόσμος που βλέπει τις εκπομπές σου μπαίνει λίγο στη θέση των «άλλων»;
(Παύση) Μετά την εκπομπή για τις φυλακές ανηλίκων, μας πήραν τηλέφωνο από το ίδρυμα Ευγενίδου και μας ρώτησαν «Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά τα παιδιά;». Πήγαμε, τους δείξαμε φωτογραφίες. Τελικά έμαθα ότι τους πήραν ψυγειάκια για όλα τα κελιά. Έχουμε όμως και αποτυχίες. Σε μια εκπομπή ζήτησα ένα σπίτι για τον Αχιλλέα, έναν φοβερό πιτσιρικά που εγκαταλείφθηκε στο «Μητέρα». Μια οικογένεια τον πήρε, τον γύρισε όμως πίσω… Ήταν άτακτος. Έκανα ξανά αναφορά στην τελευταία εκπομπή, τον Ιούνιο, τελικά χθες έμαθα ότι ο Αχιλλέας έφυγε για ένα ίδρυμα στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν άλλο στο «Μητέρα», είχε μεγαλώσει. Αποτυχία. Μεγάλη αποτυχία.
Στην αρθρογραφία σου στο protagon.gr δίνεις δείγματα αιχμηρής δημοσιογραφίας. Όπως το «Στα μούτρα σας», που είχες απευθύνει από πολύ νωρίς σε αυτούς που μούντζωναν τη Βουλή.
Ναι, η αφορμή ήταν μια σειρά αποκαλυπτικών φωτογραφιών που έδειχναν παιδάκια επτά, οκτώ και εννέα χρονών να μουντζώνουν τη Βουλή και οι γονείς τους να καμαρώνουν. Γιατί μη μου πει κανείς ότι τα παιδιά αυτά πρόλαβαν να νιώσουν την απογοήτευση από ένα φαύλο σύστημα, όπως έγραψε ένας καθηγητής πανεπιστημίου – τρομάρα του. Ε, εγώ λέω ότι δεν μπορείς να μαθαίνεις σε ένα παιδί να μουντζώνει, είναι σαν να το μαθαίνεις να δέρνει και μετά να πυροβολεί. Για τον ίδιο λόγο σταμάτησα να πηγαίνω στο γήπεδο. Έβλεπες ανήλικα ανεβασμένα πάνω στα καθίσματα να βρίζουν, μαζί με τους πατεράδες τους, τη μάνα του αντίπαλου τερματοφύλακα, την αδελφή του αντίπαλου επιθετικού. Αυτά, να με συγχωρείς, αλλά είναι εγκλήματα.
Άρα, φαντάζομαι, δεν θα επικροτείς και τους προπηλακισμούς βουλευτών...
Όχι, βέβαια. Το να αποδοκιμάζεις κάποιον επωνύμως και ευθαρσώς είναι μέρος του δημοκρατικού παιγνιδιού. Το να πετάς ένα γιαούρτι ή μια πέτρα και να το βάζεις στα πόδια ή να κρύβεσαι μέσα στο πλήθος είναι χουλιγκανισμός. Άσε που πιστεύω ότι αυτοί που κυνηγάνε με τόση μανία τους πολιτικούς είναι οι… απατημένοι τους. Αυτοί, δηλαδή, που δεν συμπεριλήφθηκαν στα καθιερωμένα ρουσφέτια τους.
Όλη αυτή η ιστορία με τους «Αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα θα έπρεπε να εκφραστεί πολιτικά;
Τι, να γίνουν κόμμα; Μα, αγανακτισμένος είναι κι αυτός που δεν διορίστηκε και θέλει να διοριστεί, αγανακτισμένος όμως είναι κι αυτός που δεν θέλει πια άλλους διορισμούς. Την πρώτη, δεύτερη μέρα που εμφανίστηκαν οι συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, με τους γερανούς της εταιρείας μάλιστα, η μισή πλατεία χειροκροτούσε και η άλλη μισή αποδοκίμαζε γιατί προφανώς τους θεωρεί συντεχνία. Αγανακτισμένος δηλώνει και αυτός με τον Μέγα Αλέξανδρο στην πάνω γωνία, αγανακτισμένος και αυτός που έχει γράψει στο παγκάκι της κάτω πλατείας «πατρίδα μου είναι όλη η γη». Ε, δεν χωράνε όλοι αυτοί στο ίδιο κόμμα.
Ανεξάρτητα από το αν ο κόσμος επιστρέψει στις πλατείες, πιστεύεις ότι θα πετύχουμε το restart που έχουμε ανάγκη ως κοινωνία;
Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος. Όχι γιατί λείπουν τα λεφτά, κανένας δεν χάνεται επειδή θα πάρει λιγότερα λεφτά – μπορούμε να ρωτήσουμε και τους παππούδες μας γι’ αυτό. Ο άνθρωπος μαραζώνει με το φόβο, με την αδικία, με την απουσία ελπίδας. Αυτό είναι το πρόβλημα της χώρας σήμερα. Ο σοφός Κύρκος, λίγο πριν πεθάνει, μου είπε: «Αν βρεθεί ένα νέο εθνικό όραμα, μπορεί και να σωθούμε. Τα μνημόνια από μόνα τους δεν σε σώζουν. Χρειάζεται να σηκωθεί το Έθνος. Αλλά ποιος θα το σηκώσει;».
Ένα δημοψήφισμα θα ήταν χρήσιμο; Τουλάχιστον για να δούμε τις διαθέσεις του κόσμου.
Θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και ένα χρόνο. Ένα δημοψήφισμα δέκα σημείων. Να μην μπορεί μετά κανένας να μιλάει εξ ονόματος του λαού. Να πάψουν δηλαδή οι μειοψηφίες να συμπεριφέρονται ως πλειοψηφίες. Αλλά η κυβέρνηση, αντί να κάνει κάτι πρωτότυπο, επαναλαμβάνει πανηγυράκια τύπου ΔΕΘ.
Είσαι αντίθετος και με τη ΔΕΘ;
Είμαι αντίθετος με τις κομματικές παρελάσεις στη ΔΕΘ. Το έγραψα κιόλας. «Γιώργο, μην πας». Η ομιλία του εκάστοτε Πρωθυπουργού στο Βελλίδειο δεν προσφέρει, εδώ και πολλά χρόνια, τίποτα σε κανέναν. Είναι μια επίδειξη δύναμης. Του κράτους, των συνδικάτων, των κομμάτων, των κουκουλοφόρων. Αλλά, είπα, του πολιτικούς τούς έλκει το παρελθόν, εκεί μόνο αισθάνονται ασφαλείς, δεν θέλουν να πειραματιστούν στα καινούργια.
Η κρίση φέρνει σιγά σιγά τα πάνω κάτω και στη δημοσιογραφία. Θα κλείσουν «Μέσα»;
Από το ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης, στις αρχές του ’90, κι εγώ και άλλοι δημοσιογράφοι λέγαμε ότι η Ελλάδα χωράει δυόμισι κανάλια και κάναμε επτά. Έχουμε τις περισσότερες αθλητικές εφημερίδες στον κόσμο – και το πιο αδιάφορο ποδόσφαιρο, παρεμπιπτόντως. Ε, τώρα πώς θα τραφούν όλα αυτά; Ο παραγοντισμός τέλειωσε, δημόσια έργα δεν υπάρχουν, πώς θα βγουν τα λεφτά;
Η αρθογραφία σου για τις μειονότητες χρονολογείται από το 1985. Είχες ασχοληθεί και με την επιμόρφωση των τσιγγάνων κάποια εποχή, έτσι δεν είναι;
Ναι, τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν υφυπουργός λαϊκής επιμόρφωσης. 25 χρόνια πίσω. Η Ευρώπη τότε έδινε πολλά λεφτά για την επιμόρφωση των Ρομά – αυτή είναι η διεθνής ονομασία για τους γύφτους και τους τσιγγάνους. Τα έπαιρναν τα λεφτά οι δήμοι και έλεγαν «να δώσουμε τα λεφτά στους γύφτους ή να κάνουμε μια πλατεία;». Κι έτσι τα λεφτά κατέληγαν οπουδήποτε αλλού εκτός από το να μάθουν γράμματα οι τσιγγάνοι. Μετά από δυο χρόνια παραιτήθηκα.
Αν είχες μείνει;
Θα ήμουν τώρα δημόσιος υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας ή του υπουργείου Πολιτισμού. Δύο φορές έχω αρνηθεί την ένταξή μου στο Δημόσιο. Η δεύτερη ήταν όταν ήμουν στη ΝΕΤ. Μπορούσα να μονιμοποιηθώ, αλλά είπα η σιγουριά σκοτώνει τον έρωτα και έφυγα. (Γέλια) Σημασία, ξέρεις, δεν έχει να λες ότι είσαι αδιάφθορος, σημασία έχει να σου έχει δοθεί η δυνατότητα να διαφθαρείς και να παραμένεις αδιάφθορος…
Τελικά, θα έλεγες ότι έγινες αυτό που ονειρευόσουν;
Δεν ονειρευόμουν τίποτα από όσα έγινα. Δεν έλεγα «θα γίνω δημοσιογράφος», «θα κάνω εκπομπή». Μικρά σχέδια είχα, όχι όνειρα. Τα πρώτα χρόνια στη δημοσιογραφία έκανα παράλληλα και δουλειές του ποδαριού, γιατί δεν πίστευα ότι αυτό το επάγγελμα θα με θρέφει για πάντα.
Είσαι περήφανος για όσα έχεις καταφέρει ή δεν… προλαβαίνεις να το σκεφτείς;
Είμαι περήφανος. (Παύση) Έχω βοηθήσει κάποιους ανθρώπους να δουν διαφορετικά τα πράγματα. Όταν πήγα στη Ρόδο για την παρουσίαση του βιβλίου μου, με πλησίασαν δύο γυναίκες και μου είπαν ότι ήταν ανύπαντρες μητέρες και ντρέπονταν, μέχρι που είδαν μια εκπομπή για τις μονογονεϊκές οικογένειες που είχα κάνει στη ΝΕΤ. Τότε έπαψαν να νιώθουν παρακατιανές. Είχαν γράψει την εκπομπή σε κασέτα και την έδειχναν στο περιβάλλον τους.
Η δύναμη της τηλεόρασης…
Μεγάλη δύναμη. Γι’ αυτό θυμώνω με μερικούς στην τηλεόραση. Αυτοί κάνουν την πλάκα τους λέγοντας τέρατα κι εκεί έξω υπάρχει ένας κόσμος που τους πιστεύει. Δείτε τώρα τι γίνεται με την κρίση. Αναπαράγουν στερεότυπα, ψεύδονται, λαϊκίζουν… «Οι Γερμανοί δεν πιάνονται φίλοι», «οι ξένοι δεν έχουν μπέσα»... Αν τους ακούει κανείς, θα πιστέψει ότι όλοι μας χρωστάνε κι εμείς το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να κάτσουμε στον καναπέ και να περιμένουμε το τσεκ. Ε, πες πες το πιστεύει ο άλλος και λέει «μπας και έχουν δίκιο και δεν χρειάζεται να προσπαθήσω καθόλου;».
ΑΥΤΟΔΙΔΑΚΤΟΣ ΣΕ ΟΛΑ
Στον πρόλογο ενός παλιότερου βιβλίου σου γράφεις ότι γεννήθηκες σε καφενείο. Είναι αλήθεια;
Ναι, έπιασαν τη μάνα μου οι πόνοι στο χωριό, δεν προλάβαινε να πάει στα Χανιά κι έτσι γεννήθηκα στο καφενείο του παππού, στον Άνω Δραπανιά.
Μεγάλωσες όμως στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.
Στη ζωή μου υπήρχε πάντα ένα «άνω», με την έννοια όχι του ανώτερου, αλλά του «απέξω». Από τον Άνω Δραπανιά, λοιπόν, στην Άνω Αγία Βαρβάρα. Μια περιοχή με τσιγγάνους, πόντιους, Κρήτες. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν τσιγγάνα. Για την ακρίβεια, ο πρώτος μου ανεκπλήρωτος έρωτας, γιατί αν είχε εκπληρωθεί, αυτή τη στιγμή θα είχα καμιά τριανταριά εγγόνια. (Γέλια)
Κάτι άλλο όπου θεωρείς ότι επέδρασε καταλυτικά στην προσωπικότητά σου η Αγία Βαρβάρα;
Ότι έγινα Παναθηναϊκός!
Παναθηναϊκός στην Αγία Βαρβάρα. Πώς ακριβώς γίνεται αυτό;
Κοίτα, στην κάτω γειτονιά ήταν το πατρικό της Βίκυς Μοσχολιού. Η μάνα της, γύφτισσα. Όποτε κέρδιζε ο Παναθηναϊκός, και τότε κέρδιζε συχνά, εμφανιζόταν η άσπρη Μερσεντές του Μίμη Δομάζου. Όλοι οι πιτσιρικάδες τρέχαμε και κάναμε εξέδρα έξω από το σπίτι της Βίκυς. Έτσι, ενώ στο Αιγάλεω και την Αγία Βαρβάρα όλοι γίνονταν Ολυμπιακοί, στην Άνω Αγία Βαρβάρα όλοι γίναμε Παναθηναϊκοί! Κι αν όχι όλοι, όσοι μπορούσαμε να το σκάμε από το σπίτι για να πηγαίνουμε στην αλάνα. Όσοι έμεναν σπίτι και διάβαζαν, έγιναν Ολυμπιακοί. (Γέλια)
Οδηγείς ακόμη μηχανή. Θυμάμαι και στα ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών είχες εμφανιστεί με μηχανή.
Ναι, μηχανή χειμώνα-καλοκαίρι. Από δεκάξι χρονών.
Από το Γυμνάσιο;
Ναι, την πήρα λέγοντας ψέματα σε έναν έμπορο θείο μου ότι με είχε στείλει ο πατέρας μου να του πάρω μια μηχανή. Έμαθα να την οδηγώ στην κατηφόρα της Ιεράς Οδού. Ό,τι έμαθα στη ζωή μου το έμαθα μόνος μου. Αυτοδίδακτος.
Μεγάλα ταξίδια με μηχανή έχεις κάνει;
Αρκετά. 25 χρονών έκανα 5.000 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Φορτώσαμε σε καΐκι την 400άρα Yamaha Custom, που είχα τότε και βγήκαμε από τη Μυτιλήνη στην Τουρκία. Ούτε Τελωνεία ούτε τίποτα. Και στα βάθη της Τουρκίας μας αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινους. Σε ένα πανδοχείο, την πήραν σηκωτή και την έβαλαν στη βιτρίνα. Σηκώθηκα το πρωί και τη βρήκα πνιγμένη στα λουλούδια. Λες και ήταν μνημείο λατρείας.
Σήμερα τι οδηγείς;
Ποδήλατο, αμάξι όταν βρέχει πολύ και μια τρίκυκλη βέσπα-σκούτερ. Έχω και μια ροζ βέσπα, αντίκα της δεκαετίας του ’70, που την οδηγώ όταν είμαι ξέγνοιαστος. Δηλαδή σχεδόν ποτέ πλέον.
Ποια είναι η μεγαλύτερη προσωπική χαρά που έχεις ζήσει;
Όταν έχεις παιδί, είναι το παιδί σου. Αλλά στην κόρη μου δεν της αρέσει να μιλάω για εκείνη. Θυμώνει.
Και από καθημερινές χαρές;
Συνεχώς. Γουστάρω πολύ όταν τελειώνω ένα ωραίο κείμενο ή όταν ολοκληρώνω τα γυρίσματα μιας εκπομπής. Ή όταν βρίσκω ένα σπάγκο στην Αθηνάς ή ένα φωτογραφικό γκάτζετ στην Κάνιγγος. Συνεχώς βάζω μικρά στοιχήματα με τον εαυτό μου. Εύκολα όμως, να τα κερδίζω και να ευχαριστιέμαι.
Το «Αλάτσι» πώς προέκυψε;
Ένα βράδυ, στη γιορτή μου, τρώγαμε με κάτι φίλους σε ένα εστιατόριο, οι άλλοι το εκθείαζαν, εγώ δεν ήμουν ευχαριστημένος. Κάποια στιγμή τους είπα «θέλετε να σας ανοίξω ένα γνήσιο κρητικό εστιατόριο να δείτε τι πάει να πει κρητική κουζίνα;» Εντωμεταξύ, ο Σκαρμούτσος, που τον ήξερα από τα καλοκαίρια, μου τηλεφωνεί και μου λέει ότι θέλει να φύγει από την Κρήτη. Είχε βαρεθεί τις μαντινάδες και έψαχνε ένα μαγαζί να δουλέψει. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Βρήκαμε και τον Νίκο και το κάναμε.
Όλα τα φέρνετε ακόμη από την Κρήτη;
Αυτός είναι ο σκοπός. Αυτή είναι η χαρά μας, δηλαδή, και εμένα και του Δημήτρη. Κάθε καλοκαίρι βρίσκουμε καινούργια προϊόντα. Και με ξεκουράζει να ακούω τις ιστορίες των βοσκών, των μελισσοκόμων, των γεωργών…
Τι λέτε δηλαδή;
Τα πάντα. Για τα αμπέλια όπου έπεσε περονόσπορος, μεγάλη καταστροφή φέτος, μέχρι για το πώς πηδιούνται τα κατσίκια στη Γραμπούσα! Είναι πιο ενδιαφέρον πάντως από το να συζητάς αυγουστιάτικα για τη Μέρκελ και την έκτη δόση.
Τι σε παραξενεύει; «Οι άνθρωποί μου» ήθελα να είναι αληθινοί ήρωες. Άνθρωποι, δηλαδή, που μπορούν να σε διδάξουν κάτι. Η Κούνεβα, που την κάψανε με βιτριόλι. Ο φίλος μου ο Φουντουλάκης, που πολεμούσε το στίγμα της λέπρας. Ο Σπίθας ο άστεγος. Ο Λούης, ο μάγκας του Περάματος που κοιμάται στα παγκάκια αγκαλιά με ποιητικές συλλογές. Ο αναρχικός και ο μπάτσος που συγκρούονται στα Εξάρχεια. Όλοι αυτοί που στην υπόλοιπη τηλεόραση είναι μόνο τίτλοι.
Έχεις δείγματα ότι ο κόσμος που βλέπει τις εκπομπές σου μπαίνει λίγο στη θέση των «άλλων»;
(Παύση) Μετά την εκπομπή για τις φυλακές ανηλίκων, μας πήραν τηλέφωνο από το ίδρυμα Ευγενίδου και μας ρώτησαν «Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτά τα παιδιά;». Πήγαμε, τους δείξαμε φωτογραφίες. Τελικά έμαθα ότι τους πήραν ψυγειάκια για όλα τα κελιά. Έχουμε όμως και αποτυχίες. Σε μια εκπομπή ζήτησα ένα σπίτι για τον Αχιλλέα, έναν φοβερό πιτσιρικά που εγκαταλείφθηκε στο «Μητέρα». Μια οικογένεια τον πήρε, τον γύρισε όμως πίσω… Ήταν άτακτος. Έκανα ξανά αναφορά στην τελευταία εκπομπή, τον Ιούνιο, τελικά χθες έμαθα ότι ο Αχιλλέας έφυγε για ένα ίδρυμα στη Βόρεια Ελλάδα. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν άλλο στο «Μητέρα», είχε μεγαλώσει. Αποτυχία. Μεγάλη αποτυχία.
«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΡΑΖΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΦΟΒΟ…»
Στην αρθρογραφία σου στο protagon.gr δίνεις δείγματα αιχμηρής δημοσιογραφίας. Όπως το «Στα μούτρα σας», που είχες απευθύνει από πολύ νωρίς σε αυτούς που μούντζωναν τη Βουλή.
Ναι, η αφορμή ήταν μια σειρά αποκαλυπτικών φωτογραφιών που έδειχναν παιδάκια επτά, οκτώ και εννέα χρονών να μουντζώνουν τη Βουλή και οι γονείς τους να καμαρώνουν. Γιατί μη μου πει κανείς ότι τα παιδιά αυτά πρόλαβαν να νιώσουν την απογοήτευση από ένα φαύλο σύστημα, όπως έγραψε ένας καθηγητής πανεπιστημίου – τρομάρα του. Ε, εγώ λέω ότι δεν μπορείς να μαθαίνεις σε ένα παιδί να μουντζώνει, είναι σαν να το μαθαίνεις να δέρνει και μετά να πυροβολεί. Για τον ίδιο λόγο σταμάτησα να πηγαίνω στο γήπεδο. Έβλεπες ανήλικα ανεβασμένα πάνω στα καθίσματα να βρίζουν, μαζί με τους πατεράδες τους, τη μάνα του αντίπαλου τερματοφύλακα, την αδελφή του αντίπαλου επιθετικού. Αυτά, να με συγχωρείς, αλλά είναι εγκλήματα.
Άρα, φαντάζομαι, δεν θα επικροτείς και τους προπηλακισμούς βουλευτών...
Όχι, βέβαια. Το να αποδοκιμάζεις κάποιον επωνύμως και ευθαρσώς είναι μέρος του δημοκρατικού παιγνιδιού. Το να πετάς ένα γιαούρτι ή μια πέτρα και να το βάζεις στα πόδια ή να κρύβεσαι μέσα στο πλήθος είναι χουλιγκανισμός. Άσε που πιστεύω ότι αυτοί που κυνηγάνε με τόση μανία τους πολιτικούς είναι οι… απατημένοι τους. Αυτοί, δηλαδή, που δεν συμπεριλήφθηκαν στα καθιερωμένα ρουσφέτια τους.
Όλη αυτή η ιστορία με τους «Αγανακτισμένους» στο Σύνταγμα θα έπρεπε να εκφραστεί πολιτικά;
Τι, να γίνουν κόμμα; Μα, αγανακτισμένος είναι κι αυτός που δεν διορίστηκε και θέλει να διοριστεί, αγανακτισμένος όμως είναι κι αυτός που δεν θέλει πια άλλους διορισμούς. Την πρώτη, δεύτερη μέρα που εμφανίστηκαν οι συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, με τους γερανούς της εταιρείας μάλιστα, η μισή πλατεία χειροκροτούσε και η άλλη μισή αποδοκίμαζε γιατί προφανώς τους θεωρεί συντεχνία. Αγανακτισμένος δηλώνει και αυτός με τον Μέγα Αλέξανδρο στην πάνω γωνία, αγανακτισμένος και αυτός που έχει γράψει στο παγκάκι της κάτω πλατείας «πατρίδα μου είναι όλη η γη». Ε, δεν χωράνε όλοι αυτοί στο ίδιο κόμμα.
Ανεξάρτητα από το αν ο κόσμος επιστρέψει στις πλατείες, πιστεύεις ότι θα πετύχουμε το restart που έχουμε ανάγκη ως κοινωνία;
Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος. Όχι γιατί λείπουν τα λεφτά, κανένας δεν χάνεται επειδή θα πάρει λιγότερα λεφτά – μπορούμε να ρωτήσουμε και τους παππούδες μας γι’ αυτό. Ο άνθρωπος μαραζώνει με το φόβο, με την αδικία, με την απουσία ελπίδας. Αυτό είναι το πρόβλημα της χώρας σήμερα. Ο σοφός Κύρκος, λίγο πριν πεθάνει, μου είπε: «Αν βρεθεί ένα νέο εθνικό όραμα, μπορεί και να σωθούμε. Τα μνημόνια από μόνα τους δεν σε σώζουν. Χρειάζεται να σηκωθεί το Έθνος. Αλλά ποιος θα το σηκώσει;».
Ένα δημοψήφισμα θα ήταν χρήσιμο; Τουλάχιστον για να δούμε τις διαθέσεις του κόσμου.
Θα έπρεπε να είχε γίνει εδώ και ένα χρόνο. Ένα δημοψήφισμα δέκα σημείων. Να μην μπορεί μετά κανένας να μιλάει εξ ονόματος του λαού. Να πάψουν δηλαδή οι μειοψηφίες να συμπεριφέρονται ως πλειοψηφίες. Αλλά η κυβέρνηση, αντί να κάνει κάτι πρωτότυπο, επαναλαμβάνει πανηγυράκια τύπου ΔΕΘ.
Είσαι αντίθετος και με τη ΔΕΘ;
Είμαι αντίθετος με τις κομματικές παρελάσεις στη ΔΕΘ. Το έγραψα κιόλας. «Γιώργο, μην πας». Η ομιλία του εκάστοτε Πρωθυπουργού στο Βελλίδειο δεν προσφέρει, εδώ και πολλά χρόνια, τίποτα σε κανέναν. Είναι μια επίδειξη δύναμης. Του κράτους, των συνδικάτων, των κομμάτων, των κουκουλοφόρων. Αλλά, είπα, του πολιτικούς τούς έλκει το παρελθόν, εκεί μόνο αισθάνονται ασφαλείς, δεν θέλουν να πειραματιστούν στα καινούργια.
Η κρίση φέρνει σιγά σιγά τα πάνω κάτω και στη δημοσιογραφία. Θα κλείσουν «Μέσα»;
Από το ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης, στις αρχές του ’90, κι εγώ και άλλοι δημοσιογράφοι λέγαμε ότι η Ελλάδα χωράει δυόμισι κανάλια και κάναμε επτά. Έχουμε τις περισσότερες αθλητικές εφημερίδες στον κόσμο – και το πιο αδιάφορο ποδόσφαιρο, παρεμπιπτόντως. Ε, τώρα πώς θα τραφούν όλα αυτά; Ο παραγοντισμός τέλειωσε, δημόσια έργα δεν υπάρχουν, πώς θα βγουν τα λεφτά;
Η αρθογραφία σου για τις μειονότητες χρονολογείται από το 1985. Είχες ασχοληθεί και με την επιμόρφωση των τσιγγάνων κάποια εποχή, έτσι δεν είναι;
Ναι, τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν υφυπουργός λαϊκής επιμόρφωσης. 25 χρόνια πίσω. Η Ευρώπη τότε έδινε πολλά λεφτά για την επιμόρφωση των Ρομά – αυτή είναι η διεθνής ονομασία για τους γύφτους και τους τσιγγάνους. Τα έπαιρναν τα λεφτά οι δήμοι και έλεγαν «να δώσουμε τα λεφτά στους γύφτους ή να κάνουμε μια πλατεία;». Κι έτσι τα λεφτά κατέληγαν οπουδήποτε αλλού εκτός από το να μάθουν γράμματα οι τσιγγάνοι. Μετά από δυο χρόνια παραιτήθηκα.
Αν είχες μείνει;
Θα ήμουν τώρα δημόσιος υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας ή του υπουργείου Πολιτισμού. Δύο φορές έχω αρνηθεί την ένταξή μου στο Δημόσιο. Η δεύτερη ήταν όταν ήμουν στη ΝΕΤ. Μπορούσα να μονιμοποιηθώ, αλλά είπα η σιγουριά σκοτώνει τον έρωτα και έφυγα. (Γέλια) Σημασία, ξέρεις, δεν έχει να λες ότι είσαι αδιάφθορος, σημασία έχει να σου έχει δοθεί η δυνατότητα να διαφθαρείς και να παραμένεις αδιάφθορος…
Τελικά, θα έλεγες ότι έγινες αυτό που ονειρευόσουν;
Δεν ονειρευόμουν τίποτα από όσα έγινα. Δεν έλεγα «θα γίνω δημοσιογράφος», «θα κάνω εκπομπή». Μικρά σχέδια είχα, όχι όνειρα. Τα πρώτα χρόνια στη δημοσιογραφία έκανα παράλληλα και δουλειές του ποδαριού, γιατί δεν πίστευα ότι αυτό το επάγγελμα θα με θρέφει για πάντα.
Είσαι περήφανος για όσα έχεις καταφέρει ή δεν… προλαβαίνεις να το σκεφτείς;
Είμαι περήφανος. (Παύση) Έχω βοηθήσει κάποιους ανθρώπους να δουν διαφορετικά τα πράγματα. Όταν πήγα στη Ρόδο για την παρουσίαση του βιβλίου μου, με πλησίασαν δύο γυναίκες και μου είπαν ότι ήταν ανύπαντρες μητέρες και ντρέπονταν, μέχρι που είδαν μια εκπομπή για τις μονογονεϊκές οικογένειες που είχα κάνει στη ΝΕΤ. Τότε έπαψαν να νιώθουν παρακατιανές. Είχαν γράψει την εκπομπή σε κασέτα και την έδειχναν στο περιβάλλον τους.
Η δύναμη της τηλεόρασης…
Μεγάλη δύναμη. Γι’ αυτό θυμώνω με μερικούς στην τηλεόραση. Αυτοί κάνουν την πλάκα τους λέγοντας τέρατα κι εκεί έξω υπάρχει ένας κόσμος που τους πιστεύει. Δείτε τώρα τι γίνεται με την κρίση. Αναπαράγουν στερεότυπα, ψεύδονται, λαϊκίζουν… «Οι Γερμανοί δεν πιάνονται φίλοι», «οι ξένοι δεν έχουν μπέσα»... Αν τους ακούει κανείς, θα πιστέψει ότι όλοι μας χρωστάνε κι εμείς το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να κάτσουμε στον καναπέ και να περιμένουμε το τσεκ. Ε, πες πες το πιστεύει ο άλλος και λέει «μπας και έχουν δίκιο και δεν χρειάζεται να προσπαθήσω καθόλου;».
ΑΥΤΟΔΙΔΑΚΤΟΣ ΣΕ ΟΛΑΣτον πρόλογο ενός παλιότερου βιβλίου σου γράφεις ότι γεννήθηκες σε καφενείο. Είναι αλήθεια;
Ναι, έπιασαν τη μάνα μου οι πόνοι στο χωριό, δεν προλάβαινε να πάει στα Χανιά κι έτσι γεννήθηκα στο καφενείο του παππού, στον Άνω Δραπανιά.
Μεγάλωσες όμως στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.
Στη ζωή μου υπήρχε πάντα ένα «άνω», με την έννοια όχι του ανώτερου, αλλά του «απέξω». Από τον Άνω Δραπανιά, λοιπόν, στην Άνω Αγία Βαρβάρα. Μια περιοχή με τσιγγάνους, πόντιους, Κρήτες. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν τσιγγάνα. Για την ακρίβεια, ο πρώτος μου ανεκπλήρωτος έρωτας, γιατί αν είχε εκπληρωθεί, αυτή τη στιγμή θα είχα καμιά τριανταριά εγγόνια. (Γέλια)
Κάτι άλλο όπου θεωρείς ότι επέδρασε καταλυτικά στην προσωπικότητά σου η Αγία Βαρβάρα;
Ότι έγινα Παναθηναϊκός!
Παναθηναϊκός στην Αγία Βαρβάρα. Πώς ακριβώς γίνεται αυτό;
Κοίτα, στην κάτω γειτονιά ήταν το πατρικό της Βίκυς Μοσχολιού. Η μάνα της, γύφτισσα. Όποτε κέρδιζε ο Παναθηναϊκός, και τότε κέρδιζε συχνά, εμφανιζόταν η άσπρη Μερσεντές του Μίμη Δομάζου. Όλοι οι πιτσιρικάδες τρέχαμε και κάναμε εξέδρα έξω από το σπίτι της Βίκυς. Έτσι, ενώ στο Αιγάλεω και την Αγία Βαρβάρα όλοι γίνονταν Ολυμπιακοί, στην Άνω Αγία Βαρβάρα όλοι γίναμε Παναθηναϊκοί! Κι αν όχι όλοι, όσοι μπορούσαμε να το σκάμε από το σπίτι για να πηγαίνουμε στην αλάνα. Όσοι έμεναν σπίτι και διάβαζαν, έγιναν Ολυμπιακοί. (Γέλια)
Οδηγείς ακόμη μηχανή. Θυμάμαι και στα ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών είχες εμφανιστεί με μηχανή.
Ναι, μηχανή χειμώνα-καλοκαίρι. Από δεκάξι χρονών.
Από το Γυμνάσιο;
Ναι, την πήρα λέγοντας ψέματα σε έναν έμπορο θείο μου ότι με είχε στείλει ο πατέρας μου να του πάρω μια μηχανή. Έμαθα να την οδηγώ στην κατηφόρα της Ιεράς Οδού. Ό,τι έμαθα στη ζωή μου το έμαθα μόνος μου. Αυτοδίδακτος.
Μεγάλα ταξίδια με μηχανή έχεις κάνει;
Αρκετά. 25 χρονών έκανα 5.000 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Φορτώσαμε σε καΐκι την 400άρα Yamaha Custom, που είχα τότε και βγήκαμε από τη Μυτιλήνη στην Τουρκία. Ούτε Τελωνεία ούτε τίποτα. Και στα βάθη της Τουρκίας μας αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινους. Σε ένα πανδοχείο, την πήραν σηκωτή και την έβαλαν στη βιτρίνα. Σηκώθηκα το πρωί και τη βρήκα πνιγμένη στα λουλούδια. Λες και ήταν μνημείο λατρείας.
Σήμερα τι οδηγείς;
Ποδήλατο, αμάξι όταν βρέχει πολύ και μια τρίκυκλη βέσπα-σκούτερ. Έχω και μια ροζ βέσπα, αντίκα της δεκαετίας του ’70, που την οδηγώ όταν είμαι ξέγνοιαστος. Δηλαδή σχεδόν ποτέ πλέον.
Ποια είναι η μεγαλύτερη προσωπική χαρά που έχεις ζήσει;
Όταν έχεις παιδί, είναι το παιδί σου. Αλλά στην κόρη μου δεν της αρέσει να μιλάω για εκείνη. Θυμώνει.
Και από καθημερινές χαρές;
Συνεχώς. Γουστάρω πολύ όταν τελειώνω ένα ωραίο κείμενο ή όταν ολοκληρώνω τα γυρίσματα μιας εκπομπής. Ή όταν βρίσκω ένα σπάγκο στην Αθηνάς ή ένα φωτογραφικό γκάτζετ στην Κάνιγγος. Συνεχώς βάζω μικρά στοιχήματα με τον εαυτό μου. Εύκολα όμως, να τα κερδίζω και να ευχαριστιέμαι.
Το «Αλάτσι» πώς προέκυψε;
Ένα βράδυ, στη γιορτή μου, τρώγαμε με κάτι φίλους σε ένα εστιατόριο, οι άλλοι το εκθείαζαν, εγώ δεν ήμουν ευχαριστημένος. Κάποια στιγμή τους είπα «θέλετε να σας ανοίξω ένα γνήσιο κρητικό εστιατόριο να δείτε τι πάει να πει κρητική κουζίνα;» Εντωμεταξύ, ο Σκαρμούτσος, που τον ήξερα από τα καλοκαίρια, μου τηλεφωνεί και μου λέει ότι θέλει να φύγει από την Κρήτη. Είχε βαρεθεί τις μαντινάδες και έψαχνε ένα μαγαζί να δουλέψει. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Βρήκαμε και τον Νίκο και το κάναμε.
Όλα τα φέρνετε ακόμη από την Κρήτη;
Αυτός είναι ο σκοπός. Αυτή είναι η χαρά μας, δηλαδή, και εμένα και του Δημήτρη. Κάθε καλοκαίρι βρίσκουμε καινούργια προϊόντα. Και με ξεκουράζει να ακούω τις ιστορίες των βοσκών, των μελισσοκόμων, των γεωργών…
Τι λέτε δηλαδή;
Τα πάντα. Για τα αμπέλια όπου έπεσε περονόσπορος, μεγάλη καταστροφή φέτος, μέχρι για το πώς πηδιούνται τα κατσίκια στη Γραμπούσα! Είναι πιο ενδιαφέρον πάντως από το να συζητάς αυγουστιάτικα για τη Μέρκελ και την έκτη δόση.
Δημοσιεύθηκε στο STATUS Σεπτεμβρίου 2011






0 Comments:
Post a Comment